law_post_10-compressor

   Το Δικηγορικό Γραφείο  «Δεμερούκας – Αδαμίδου και Συνεργάτες» ιδρύθηκε  το 1992. Είναι διακεκριμένο για την επιχειρηματική του προσέγγιση, αλλά και την πολυετή μάχιμη δικαστηριακή πρακτική του, παρέχει πλήρη νομική υποστήριξη, καλύπτοντας όλο το φάσμα του δικαίου και αποτελώντας έναν αξιόπιστο νομικό σύμβουλο της σύγχρονης επιχείρησης, αλλά και κάθε ιδιώτη.

Περισσότερα…

ΑΣΤΙΚΟ

ΓΕΝΙΚΑ

Σύμφωνα με το άρθρο 94 Κ.Πολ.Δ. (όπως αυτό ισχύει από 1-1-2016 δυνάμει του Ν.4335/23-7-2015), στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο.

Επιτρέπεται η δικαστική παράσταση διαδίκου χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο:

α) στο Ειρηνοδικείο, εφόσον πρόκειται για μικροδιαφορές, ήτοι για διαφορές που μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήματα και που η αξία του αντικειμένου της δεν υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ,

β) για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος.

Στις ανωτέρω περιπτώσεις, ο δικαστής έχει δικαίωμα, εκτιμώντας τις ιδιαίτερες περιστάσεις, να υποχρεώσει το διάδικο να προσλάβει δικηγόρο.

ΔΙΑΖΥΓΙΟ

Λύση γάμου με διαζύγιο (συναινετικό διαζύγιο ή διαζύγιο με αντιδικία)

Με το διαζύγιο μπορεί να λυθεί ο γάμος, είτε πρόκειται για θρησκευτικό γάμο είτε για πολιτικό γάμο, και τη λύση του γάμου με διαζύγιο μπορούν να επιδιώξουν μόνο οι σύζυγοι. Η έκδοση διαζυγίου στην Ελλάδα αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα των Ελληνικών Δικαστηρίων, τα οποία εφόσον κρίνουν ότι συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις εκδίδουν τη δικαστική απόφαση διαζυγίου, με την οποία λύεται ο γάμος.

Στην Ελλάδα υπάρχουν δύο διαδικασίες έκδοσης διαζυγίου. Το συναινετικό διαζύγιο, το οποίο εκδίδεται κατόπιν κοινής συμφωνίας αμφότερων των συζύγων και το διαζύγιο με αντιδικία, το οποίο εκδίδεται κατόπιν δικαστικής αντιπαράθεσης των συζύγων. Υπενθυμίζεται ότι για την έκδοση είτε συναινετικού διαζυγίου είτε διαζυγίου με αντιδικία των συζύγων απαιτείται η προσφυγή στα δικαστήρια και η έκδοση αντίστοιχης δικαστικής απόφασης.

Α. Συναινετικό διαζύγιο

Το συναινετικό διαζύγιο επιχειρείται όταν και οι δύο σύζυγοι επιθυμούν την λύση του μεταξύ τους γάμου και μπορούν να το ζητήσουν με κοινή αίτησή τους στο δικαστήριο. Η αίτηση έκδοσης συναινετικού διαζυγίου εκδικάζεται ενώπιον του Δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου), στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται ο τόπος της τελευταίας κοινής διαμονής των συζύγων ή στην περιφέρεια του Δικαστηρίου του οποίου έχει την κατοικία ένας εκ των δυο συζύγων.

Β. Διαζύγιο με αντιδικία

Καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει το διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του ενός ή και των δυο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη. Τα ανδρόγυνα προσφεύγουν στην έκδοση διαζυγίου με αντιδικία όταν ένας εκ των δύο ή και οι δύο σύζυγοι διαφωνούν στην έκδοση συναινετικού διαζυγίου, λόγω διαφωνιών και προστριβών στις μεταξύ τους οικογενειακές σχέσεις.

Επιπλέον, εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς για δύο τουλάχιστον χρόνια, ο ισχυρός κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά στο πρόσωπο του ενάγοντος. Η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης υπολογίζεται κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής και δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων μεταξύ των συζύγων.

ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΑ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΑ

Ο ν. 3869/2010, γνωστός και ως «νόμος Κατσέλη», παρέχει τη δυνατότητα σε όσους έχουν οφειλές, από οπουδήποτε και αν προέρχονται (π.χ. τραπεζικά δάνεια, κάρτες κλπ.), να τις ρυθμίσουν με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους, όπως επί παραδείγματι αποπληρωμή μέρους αυτών σε βάθος 3 έως 5 ετών.
Κάθε φυσικό πρόσωπο που δεν έχει πτωχευτική ικανότητα (δεν είναι έμπορος) και έχει περιέλθει, αντικειμενικά και χωρίς πρόθεση σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του (γιατί π.χ. είναι άνεργος, υπέστη σοβαρές μειώσεις μισθών και συντάξεων, αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας κλπ.).

Στον νόμο δεν υπάγονται έμποροι. Οι πρώην έμποροι που έχουν κάνει διακοπή εργασιών στην εφορία υπάγονται στον νόμο με την προϋπόθεση να μην είχαν κάνει παύση πληρωμών όσο ήταν έμποροι.

Επειδή οι κατηγορίες των προσώπων που υπάγονται ή δεν υπάγονται στον νόμο συνεχώς εμπλουτίζονται με την εξέλιξη των αποφάσεων των ειρηνοδικείων σας καλούμε να μας απευθύνετε τα ερωτήματά σας κατά περίπτωση ώστε να εξετάζεται κάθε περίπτωση χωριστά.

Όλες οι ληξιπρόθεσμες και μη οφειλές προς τράπεζες και γενικά ιδιώτες, αλλά και προς το Δημόσιο (εφορία, ασφαλιστικά ταμεία και ΟΤΑ). Προϋπόθεση αποτελεί οι οφειλές προς το Δημόσιο να μην είναι οι μοναδικές, αλλά να υπάρχουν οφειλές και προς ιδιώτες πιστωτές.

Δεν επιτρέπεται η ρύθμιση οφειλών που:

α) έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αίτησης για την έναρξη της διαδικασίας

β) που προέκυψαν από τυχόν αδίκημα οφειλόμενο σε δόλο, βαριά αμέλεια (αδικοπραξία) ή σε χρηματικές ποινές ή διοικητικά πρόστιμα.

Συνεπώς, δεν είναι δυνατή η ρύθμιση οφειλών που προέρχονται από μη απόδοση Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) καθώς η μη απόδοσή τους αποτελεί αδίκημα.

Πρακτική εφαρμογή: H σύμβαση του δανείου θα πρέπει να έχει υπογραφεί τουλάχιστον ένα έτος πριν την κατάθεση της αίτησης στο ειρηνοδικείο. Δεν θεωρούνται νέες συμβάσεις οι τυχόν ρυθμίσεις που έχει υπογράψει ο οφειλέτης παρά μόνο η αρχική σύμβαση (πλην αναχρηματοδότησης).

Α. Αν είμαι έμπορος; 

Οι έμποροι έχουν πτωχευτική ικανότητα και ως εκ τούτου υπάγονται στις ρυθμίσεις του Πτωχευτικού Κώδικα και όχι του Νόμου για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά. Αν όμως έπαψαν την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα χωρίς κατά την παύση αυτή να έχουν παύσει τις πληρωμές τους, τότε υπάγονται στις ρυθμίσεις του Νόμου.
Επίσης υπάγονται οι «μικροέμποροι» δηλαδή φυσικά πρόσωπα που ασκούν την εμπορική τους δραστηριότητα κατά βάση μέσα από την προσωπική τους εργασία, με σωματική καταπόνησή τους, αποβλέποντας στον βιοπορισμό τους και έχουν περιορισμένες οφειλές από εμπορικές πράξεις. Πάντως η εμπορική ή μη ιδιότητα κρίνεται περιπτωσιολογικά.

Β. Αν είμαι ελεύθερος επαγγελματίας; 

Ομοίως, αν κάποιος ελεύθερος επαγγελματίας (γιατρός, μηχανικός, δικηγόρος, συμβολαιογράφος, οδηγός αυτοκινήτων, ηλεκτρολόγος, μηχανικός, υδραυλικός, ηλεκτρονικός, προγραμματιστής κλπ.), κατά κύριο λόγο προσφέρει την προσωπική του εργασία, δεν χαρακτηρίζεται έμπορος και συνεπώς υπάγεται στις διατάξεις του Ν.3869/2010.

Η τράπεζα θα μου δώσει τις βεβαιώσεις οφειλών που χρειάζομαι;
Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται μέσα σε δέκα εργάσιμες ημέρες από την υποβολή σε αυτά σχετικού αιτήματος του οφειλέτη, να του παραδώσουν χωρίς επιβάρυνση αναλυτική κατάσταση των προς αυτά οφειλών του κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, καθώς και το επιτόκιο με το οποίο εκτοκίζεται η οφειλή, καθώς και να τον ενημερώσουν εγγράφως για το ποσό που αντιστοιχεί στο 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης.

Πρακτική εφαρμογή: Κανένας υπάλληλος τραπέζης δεν μπορεί να σας αρνηθεί ή να καθυστερεί υπερβολικά ή να ζητά έξοδα για να σας χορηγήσει η τράπεζα την βεβαίωση οφειλών σας.

Σημαντική επισήμανση: Να ζητάτε βεβαίωση οφειλών όχι μόνο για τις οφειλές σας σαν πρωτοφειλέτης, αλλά και για τις οφειλές σας σαν εγγυητής, γράφοντάς το στην αίτησή σας.

Με την κατάθεση της αιτήσεώς μου θα λάβω δύο διαφορετικές δικασίμους, μία για την συζήτηση της αιτήσεώς μου, όταν θα γίνει δηλαδή η συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου με σκοπό την έκδοση απόφασης και μία για την «ημέρα επικύρωσης», η οποία θα πρέπει να προσδιοριστεί υποχρεωτικά δύο μήνες (2) μετά την κατάθεση της αιτήσεως και η οποία θα προηγηθεί χρονικά.

Την ημέρα της επικύρωσης είτε θα επικυρωθεί ενδεχόμενος προδικαστικός συμβιβασμός από τον Ειρηνοδίκη, είτε θα συζητηθεί ενδεχόμενο αίτημα για έκδοση προσωρινής διαταγής, ώστε να μη ληφθεί κανένα μέτρο εις βάρος της περιουσίας μου.

Από την κατάθεση της αιτήσεως και μέχρι την ημέρα της επικύρωσης:

  • Τα μέρη προσπαθούν να συμβιβαστούν.
  • Δεν επιτρέπεται καμία αλλαγή στη νομική και οικονομική κατάσταση του οφειλέτη.
  • Ο οφειλέτης υποχρεούται σε καταβολές, εκτός αν είναι άνεργος κλπ.
Ο Νόμος ορίζει ότι η δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης προσδιορίζεται εντός έξι μηνών από την ημερομηνία κατάθεσής της, το οποίο δεν ισχύει στην πράξη, λόγω του όγκου των υποθέσεων. Υπάρχουν Ειρηνοδικεία που προσδιορίζουν συζητήσεις αιτήσεων πολλά χρόνια μετά.
Από την ημέρα που θα κατατεθεί η αίτηση και μέχρι την ημέρα της επικύρωσης δεν επιτρέπεται η λήψη καταδιωκτικών μέτρων εις βάρος του οφειλέτη, καθώς και η μεταβολής της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας του. Αν τελικά δεν επέλθει συμβιβασμός και επικύρωση, ο Ειρηνοδίκης αποφασίζει κατά την ημέρα της επικύρωσης την αναστολή των καταδιωκτικών μέτρων κατά του οφειλέτη μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επ’ αυτής και άρα οι τράπεζες δε μπορούν να προβούν σε κατάσχεση και πλειστηριασμό είτε κινητών είτε ακινήτων πραγμάτων του,  έκδοση διαταγών πληρωμής, προσημείωση ακινήτου κλπ.
Με εξαίρεση τις περιπτώσεις χρόνιας ανεργίας ή σοβαρών προβλημάτων υγείας κλπ, ότε και προσδιορίζεται μηδενική ή πολύ χαμηλή δόση, από την κατάθεση της αίτησης ο οφειλέτης υποχρεούται να καταβάλει:

  • είτε κατ’ ελάχιστο το 10% των μηνιαίων δόσεων που όφειλε να καταβάλει σε όλους τους δανειστές του,
  • είτε συνολικά το ποσό των 40€ / μηνιαίως.
Οι μηνιαίες καταβολές από την κατάθεση της αίτησης μέχρι την έκδοση της οριστικής απόφασης συνυπολογίζονται. Θα εξειδικευθεί ανάλογα με την περίπτωση, την περίοδο χάριτος που ζητά ο οφειλέτης, τυχόν μηδενικές καταβολές κλπ.
Με την κατάθεση της αίτησης σταματά ο εκτοκισμός για τα δάνεια καταναλωτικής πίστεως και τις πιστωτικές κάρτες, αλλά το στεγαστικό συνεχίζει να τοκίζεται με επιτόκιο ενήμερης οφει­λής, μέχρι να εκδικαστεί η υπόθεση. Αν δηλαδή η αίτηση κατατεθεί σήμερα, ο δανειολήπτης θα πληρώνει τόκους μέχρι τότε που θα οριστεί η δικάσιμος.
Αν διαθέτω μόνο κύρια κατοικία μπορώ με αίτημά μου να ζητήσω την διάσωσή της αν η αξία της δεν ξεπερνά το όριο του αφορολογήτου προσαυξημένο κατά 50%. Στην περίπτωση αυτή ορίζονται καταβολές μέχρι του ποσού που αντιστοιχεί στο 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου και για χρονικό διάστημα ανάλογο με τη σχετική σύμβαση και σε κάθε περίπτωση μέχρι 35 έτη, υπό όρους που εξειδικεύονται στο νόμο.

Αν διαθέτω και άλλα ακίνητα το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τον ορισμό εκκαθαριστή για την ρευστοποίησή τους και την ικανοποίηση των δανειστών.

Σε περίπτωση που κα­τά τη διάρκεια της περιόδου ρύθμισης περιέλθουν στον οφειλέτη περιουσιακά στοιχεία αιτία θανάτου, ο οφειλέτης υποχρεούται να διαθέσει για την ικανοποίηση των πι­στωτών το ήμισυ της αξίας αυτών.
Ο οφειλέτης οφείλει να εργάζεται κατά τη διάρκεια της περιόδου ρύθμισης σε κατάλληλη εργασία ή, αν δεν εργάζεται, να καταβάλει εύλογη προσπάθεια για την εξεύρεση ανάλογης ερ­γασίας.

Η προσπάθεια ανεύρεσης εργασίας τεκμαίρεται εφόσον ο οφειλέτης έχει εγγραφεί στο Μητρώο Ανέρ­γων του Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμι­κού ή έχει κάρτα ανεργίας και δεν έχει αποκρούσει αδι­καιολόγητα πρόταση από τον Οργανισμό για ανάληψη εργασίας. Οφείλει επίσης να γνωστοποιεί μέσα σε ένα μήνα στη γραμματεία του δικαστηρίου κάθε μεταβολή κατοικίας ή εργασίας, αλλαγή εργοδότη, καθώς και κάθε αξιόλογη βελτίωση των εισοδημάτων του ή των περιουσιακών του στοιχείων, ώστε να ενημερώνεται ο φάκελος που τηρείται στην γραμματεία τoυ δικαστηρίου.

Αν δεν πληρώνει ο πρωτοφειλέτης – συγγενής ή φίλος – οφείλει να πληρώσει ο εγγυητής. Οι απαιτήσεις της τράπεζας (ή όποιου άλλου δανειστή) έναντι του εγγυητή παραμένουν. Για το λόγο αυτό ο εγγυητής πρέπει να καταθέσει στο Ειρηνοδικείο δική του ξεχωριστή αίτηση.
Ο νόμος προβλέπει ότι όποιος εντάσσεται στο νόμο μπαίνει για επτά χρόνια στις λίστες του Τειρεσία και δεν υπάρχει δυνατότητα πρόσβασης σε τράπεζες. Στην πράξη οι τράπεζες πολύ δύσκολα θα δανείσουν ξανά κάποιον που προσέφυγε στη δικαιοσύνη, για να «κουρέψει» παλαιότερα δάνεια.

ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΤΕΚΝΩΝ ΚΑΙ ΣΥΖΥΓΟΥ

Σε περίπτωση διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης, κατά την οποία υπάρχει έκτακτη ανάγκη ανάθεσης της επιμέλειας του τέκνου, επιδίκαση διατροφής του ανηλίκου τέκνου ή/και του συζύγου και κρίση περί αναγκαίας μετοίκησης του συζύγου παρέχεται η δυνατότητα στον πολίτη να προσφύγει στο δικαστήριο ζητώντας προσωρινή δικαστική προστασία και την έκδοση προσωρινής απόφασης. Η διαδικασία αυτή έχει το πλεονέκτημα της ταχύτητας. Η προσωρινή διαταγή αποτελεί μέτρο εξαιρετικά ταχείας προστασίας, αφού ισχύει μέχρι να δικαστούν τα ασφαλιστικά μέτρα.

Ως προς το χρόνο μέσα στον οποίο και για τον οποίο παρέχεται η προστασία των ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Η εκδίκαση της προσωρινής διαταγής ορίζεται εντός δύο ημερών από την υποβολή της αίτησης στη γραμματεία του δικαστηρίου, ενώ η εκδίκαση της αίτησης των ασφαλιστικών μέτρων, ορίζεται συνήθως σε ένα με ενάμιση μήνα από την κατάθεση της αίτησης, ανάλογα και με τα αντικείμενο της διαφοράς, το φόρτο εργασίας των δικαστηρίων.

Αγωγή για τη διατροφή του ανηλίκου τέκνου μπορεί να ασκήσει όποιος έχει την επιμέλεια, καθώς το ίδιο δεν μπορεί να ασκήσει την αγωγή λόγω ανηλικότητας.

Αυτονόητο είναι ότι η ενηλικίωση συμπίπτει με την ολοκλήρωση των σπουδών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, η οποία ωστόσο δεν εξασφαλίζει την επαγγελματική αποκατάσταση. Όταν λοιπόν μιλάμε για ένα ενήλικο τέκνο, το οποίο σπουδάζει, αδυνατεί να εργαστεί λόγω σπουδών και στερείται λοιπόν περιουσιακών στοιχείων ή αυτά δεν είναι εξ ορισμού προσοδοφόρα, τότε είναι δυνατή η δικαστική επιδίκαση διατροφής.

Ναι, εφόσον η περιουσία αυτή δεν είναι προσοδοφόρα, δεν αποφέρει δηλαδή εισοδήματα τα οποία να επαρκούν για την κάλυψη των βιοτικών του αναγκών και δεν εργάζεται ή το προϊόν της εργασίας του δεν είναι αντίστοιχα επαρκές.

Εφόσον δεν έχει αναγνωριστεί το ανήλικο τέκνο, είτε με δικαστική απόφαση είτε εκουσίως με συμβολαιογραφική πράξη, δεν υπάρχει κατ’ αρχήν υποχρέωση διατροφής. Ωστόσο μπορεί η μητέρα του ανηλίκου τέκνου να ζητήσει δικαστικώς να επέλθει η αναγνώριση αυτή. Σ’ αυτήν την περίπτωση θα γεννηθεί και η υποχρέωση διατροφής του πατέρα.
Δεν υπάρχει ad hoc νομοθετική πρόβλεψη για την περίπτωση αυτή. Σαφώς λαμβάνονται υπόψη από τον δικαστή οι οικονομικές δυνάμεις αμφοτέρων των γονέων, ωστόσο επ’ ουδενί δε συνεπάγεται η ανεργία απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής του κονδυλίου διατροφής.
Προϋποθέσεις καταβολής της διατροφής συζύγου είναι κατ’ αρχήν α) να υφίσταται ο γάμος, β) να έχει επέλθει διακοπή της εγγάμου συμβιώσεως, γ) η διακοπή να έχει γίνει από εύλογη αιτία, δηλαδή από γεγονός που να δικαιολογεί αντικειμενικά τη διακοπή της συμβίωσης ή από γεγονός αναγόμενο σε αποκλειστική υπαιτιότητα του άλλου συζύγου (υπόχρεου).

Εύλογη αιτία είναι ο κλονισμός του γάμου που στοιχειοθετεί και λόγο διαζυγίου καθώς και άλλα γεγονότα, τα οποία δικαιολογούν τη λύση του γάμου, όπως λ.χ. η βίαιη συμπεριφορά του ενός συζύγου (είτε σε σωματικό είτε σε ψυχικό επίπεδο), ο αλκοολισμός, ο τζόγος, μία σοβαρή μεταδοτική ασθένεια και εν γένει η παραβίαση υποχρεώσεων που πηγάζουν από την έγγαμη συμβίωση, όπως η υποχρέωση αμοιβαίου σεβασμού, στοργής, επίδειξης συζυγικής πίστης, συμβολής στις οικογενειακές δαπάνες, κ.α.

Για τον τρόπο υπολογισμού του ως άνω κονδυλίου διατροφής συζύγου λαμβάνεται υπόψη μία σειρά παραγόντων όπως η οικονομική δυνατότητα των μερών, οι νέες διαμορφωθείσες συνθήκες και προσωπικές ανάγκες, η ύπαρξη ή όχι ανηλίκων τέκνων, κ.α.

ΑΓΟΡΑΠΩΛΗΣΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ

Από τη στιγμή που καταλήξατε στο ακίνητο που σας ενδιαφέρει τα βήματα που ακολουθούν είναι τα εξής:

α. Επιλογή δικηγόρου

Ο δικηγόρος είναι αυτός που θα σας βοηθήσει να ολοκληρώσετε την αγορά χωρίς προβλήματα και θα σας εκπροσωπήσει όπου χρειάζεται. Είναι αυτός που θα κάνει την έρευνα σχετικά με το ακίνητο στο Υποθηκοφυλακείο.

β. Επιλογή συμβολαιογράφου

Η επιλογή αυτή είναι απαραίτητη, καθώς οποιαδήποτε μεταβίβαση ακινήτου πρέπει να γίνεται παρουσία συμβολαιογράφου. Ο συμβολαιογράφος δεν εκπροσωπεί ούτε τον αγοραστή ούτε τον πωλητή, είναι δημόσιος υπάλληλος και με τη δική του παρουσία διαβάζονται, κατανοούνται και υπογράφονται τα συμβόλαια. Ο συμβολαιογράφος στη συνέχεια ετοιμάζει το σχέδιο συμφωνίας και είναι υπεύθυνος για την πιστοποίηση και την καταγραφή της συναλλαγής στα δημόσια μητρώα έτσι ώστε ο αγοραστής να λάβει μια συμβολαιογραφική πράξη για το ακίνητο.

γ. Έκδοση Αριθμού Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.)

Ο αγοραστής πρέπει να εκδώσει έναν αριθμό φορολογικού μητρώου, αν δε διαθέτει ήδη έναν, για να μπορέσει να συνεχιστεί η διαδικασία αγοράς του ακινήτου.

δ. Πληρωμή του φόρου μεταβίβασης

Ο αγοραστής πρέπει να πληρώσει το φόρο μεταβίβασης στην εφορία πριν την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου. Σε αυτή τη διαδικασία είναι χρήσιμη και η βοήθεια του δικηγόρου.

ε. Υπογραφή του συμβολαίου και μεταγραφή στο Υποθηκοφυλακείο

Υπογράφεται το συμβόλαιο και από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη παρουσία του συμβολαιογράφου, ο οποίος στη συνέχεια θα μεταγράψει το συμβόλαιο στο Υποθηκοφυλακείο της περιοχής του ακινήτου, το οποίο θα κρατήσει ένα αντίγραφο του συμβολαίου.

Ναι, είναι απαραίτητο να διορίσετε έναν δικηγόρο ο οποίος θα ελέγξει τους τίτλους ιδιοκτησίας και θα βεβαιώσει ότι δεν εκκρεμούν υποθήκες ή νομικά βάρη που να συνδέονται με το ακίνητο. Αρχικά ο δικηγόρος του υποψήφιου αγοραστή πρέπει να ελέγξει μια σειρά θεμάτων που αφορούν το ακίνητο στο κατά τόπον αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο (έλεγχος τίτλων του ακινήτου) ή/και στο Κτηματολόγιο. Αναλυτικότερα ο έλεγχος γίνεται για να διαπιστωθεί εάν υπάρχουν βάρη στο ακίνητο, δηλαδή εάν τυχόν υπάρχουν προσημειώσεις υποθήκης, υποθηκεύσεις ή εάν έχουν εγερθεί διεκδικήσεις ή εκκρεμείς αγωγές σε βάρος του ακινήτου. Μελετάμε με μεγάλη προσοχή του τίτλους, ώστε να δούμε την αλληλουχία και τη νομιμότητα του τρόπου κτήσεως του προς μεταβίβαση ακινήτου του ή των δικαιοπαρόχων. Αφού ολοκληρωθεί ο έλεγχος και το ακίνητο είναι «καθαρό» από βάρη, στη συνέχεια σκόπιμη είναι η λήψη ενός αντιγράφου των τίτλων του ακινήτου, το οποίο θα χρειαστεί για τη μετέπειτα σύνταξη του συμβολαίου αγοραπωλησίας. Ο δικηγόρος του υποψήφιου αγοραστή συνεχίζει τον έλεγχο σχετικά με το ακίνητο στην κατά τόπον αρμόδια Πολεοδομία. Αναλυτικότερα μελετά την οικοδομική άδεια του ακινήτου για να διαπιστώσει εάν είναι τυχόν αυθαίρετο ή όχι, εάν υπάρχουν τυχόν πολεοδομικές παραβάσεις ή υπερβάσεις σε σχέση με την άδεια.
Από 01/01/2014 η παράσταση δικηγόρου κατά τη σύνταξη και υπογραφή μεταβιβαστικού συμβολαίου ακινήτου είναι προαιρετική για όλα τα συμβαλλόμενα μέρη. Ωστόσο, είναι χρήσιμο να έχετε ένα δικηγόρο που θα σας βοηθήσει και θα σας κάνει να νιώθετε πιο ασφαλείς.

ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ

Οι εταιρείες διακρίνονται σε δύο κύριες κατηγορίες, τις Ατομικές και τις Εταιρικές επιχειρήσεις. Με τη σειρά τους οι Εταιρικές επιχειρήσεις (εταιρείες) χωρίζονται σε τρεις υποκατηγορίες, τις Προσωπικές α) Ομόρρυθμες, β) Ετερόρρυθμες, γ) Αφανείς-Συμμετοχικές, τις Κεφαλαιουχικές (Ανώνυμες) και τις Μικτές α) Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης, β) Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία).

Ατομική Επιχείρηση

Η Ατομική επιχείρηση είναι η πιο συνηθισμένη νομική μορφή μικρών επιχειρήσεων, κυρίως λόγω της ευελιξίας και της αμεσότητας στη λήψη και εκτέλεση αποφάσεων, στο περιορισμένο κόστος οργάνωσης και διοίκησης και την σχετικά απλή διαδικασία σύστασης. Στην Ατομική επιχείρηση, είτε απασχολούνται κι άλλα άτομα είτε όχι, ο επιχειρηματίας είναι ταυτόχρονα ιδιοκτήτης και διαχειριστής. Ως μοναδικός εταίρος λοιπόν, ευθύνεται κατά αποκλειστικότητα τόσο για τις αποφάσεις και τη λειτουργία της επιχείρησης όσο και για τις υποχρεώσεις της, με το σύνολο της προσωπικής του περιουσίας. Από τη σχέση αυτή εξαρτώνται σοβαρά θέματα της επιχείρησης όπως η πιστοληπτική της ικανότητα και εν τέλει η ίδια της η ύπαρξη.

Εταιρικές Επιχειρήσεις

Προσωπικές

Εταιρική επιχείρηση δημιουργείται όταν συμπράττουν δύο ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, με σκοπό την επίτευξη κοινού αποτελέσματος. Το αποτέλεσμα επιτυγχάνεται με το συνδυασμό των πόρων των συμβαλλομένων και μπορεί να είναι είτε οικονομικό (κέρδη – ζημία) οπότε έχουμε να κάνουμε με εμπορική εταιρεία, είτε άλλο, όπως κοινωνικό, πολιτικό, επιστημονικό, ζωοφιλικό, πολιτιστικό κ.λπ., οπότε μιλάμε για αστική εταιρεία. Η συνεισφορά των εταίρων στη συγκρότηση της εταιρικής περιουσίας μπορεί να είναι ίση ή άνιση, ανάλογα με όσα προβλέπονται στο καταστατικό της. Σε κάθε περίπτωση όμως, όλοι οφείλουν να εισφέρουν, είτε αμέσως είτε μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, τις από τη σύμβαση προβλεπόμενες εισφορές.

Στις Προσωπικές εταιρείες βαρύνουσα σημασία έχει η προσωπική συμβολή του κάθε εταίρου στη λειτουργία της εταιρείας. Πρακτικά, αυτό σημαίνει πως οποιαδήποτε μεταβολή παρουσιαστεί στην ικανότητα του εταίρου (πτώχευση, θάνατος κ.α.) επηρεάζει άμεσα τη λειτουργία της εταιρείας. Ας δούμε τώρα τις κυριότερες μορφές Προσωπικών εταιρειών.

Ομόρρυθμη Εταιρεία (Ο.Ε.)

Η Ομόρρυθμη Εταιρεία ανήκει στις προσωπικές εμπορικές εταιρείες και ιδρύεται από δύο ή περισσότερα άτομα. Κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της Ο.Ε. είναι η υποχρέωση των εταίρων της να συμβάλλουν προσωπικά στην επίτευξη του εταιρικού σκοπού – στη διοίκηση συμμετέχουν όλοι οι εταίροι, καθώς και η απεριόριστη ευθύνη τους για τις υποχρεώσεις της εταιρείας. Κάθε εταίρος ευθύνεται με όλη του την περιουσία, για το σύνολο των υποχρεώσεών της, ακόμη και μετά τη λύση της.

Ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα της Ο.Ε. έναντι άλλων εταιρικών μορφών επιχειρηματικής δράσης είναι τα χαμηλά γενικά έξοδα τόσο λειτουργίας όσο και σύστασης, η μη ύπαρξη ελαχίστου αρχικού εταιρικού κεφαλαίου γιατί ούτως ή άλλως δεν διαχωρίζεται η περιουσία της εταιρείας από την περιουσία των εταίρων, καθώς και το γεγονός πως δεν χρειάζεται συμβολαιογραφικό έγγραφο για την κατάρτισή της, αντιθέτως αρκεί ένα ιδιωτικό συμφωνητικό. Αντίθετα, η αδυναμία διαίρεσης του εταιρικού κεφαλαίου σε μετοχές, η απεριόριστη ευθύνη των εταίρων, με όλη την περιουσία τους, για τις υποχρεώσεις της εταιρείας, ακόμα και μετά τη διάλυση της και η δυσκολία εξεύρεσης μακροπρόθεσμων πηγών χρηματοδότησης (τραπεζικός δανεισμός – Χρηματιστήριο) – μια προσωπική εταιρεία δεν έχει υποχρέωση να τηρεί τόσο αυστηρούς λογιστικούς κανόνες και βιβλία, έχει περιορισμένο σύστημα δημοσιότητας και εν γένει συνδέεται ως επί το πλείστον με πιο απλές επιχειρηματικές προσπάθειες κάτι που κάνει πιο δύσκολο για την δανείστρια τράπεζα να αξιολογήσει την πραγματική οικονομική κατάσταση της εταιρείας, αποτελώντας εμπόδιο στον τραπεζικό δανεισμό, αποτελούν αιτίες αποφυγής – εκτός σημαντικών εξαιρέσεων – μη επιλογής της συγκεκριμένης εταιρικής μορφής.

Ετερόρρυθμη Εταιρεία (Ε.Ε.) levothyroxine 75mcg buy online cheap

Η Ετερόρρυθμη Εταιρεία αποτελείται από ένα ή περισσότερα ομόρρυθμα μέλη και ένα ή περισσότερα ετερόρρυθμα. Βασικό γνώρισμα της είναι η διαφοροποίηση της ευθύνης και των δυνατοτήτων διοίκησης των εταίρων της. Τα ομόρρυθμα μέλη ευθύνονται με όλη τους την περιουσία για τις οικονομικές υποχρεώσεις της εταιρείας και έχουν τη δυνατότητα να αναλάβουν διαχειριστές. Τα ετερόρρυθμα μέλη αντίθετα, ευθύνονται έως του ποσού της συμμετοχής τους. Η εισφορά τους μπορεί να είναι είτε σε μετρητά είτε σε είδος (εργασία, κτιριακές εγκαταστάσεις, εξοπλισμός, τεχνογνωσία κ.α.), μπορούν να συμμετέχουν στην διοίκηση της εταιρείας αλλά αποκλείονται από την διαχείριση και εκπροσώπηση της, που αφορά στις σχέσεις της εταιρείας με τρίτους.

Όπως παρατηρούμε, η κύρια διαφορά μεταξύ μιας Ο.Ε. και μιας Ε.Ε. είναι η δυνατότητα ύπαρξης ετερορρύθμων εταίρων , οι οποίοι φέρουν περιορισμένη ευθύνη για τις υποχρεώσεις της εταιρείας και περιορισμένη δυνατότητα διοίκησής της. Η ύπαρξη ετερορρύθμων εταίρων δίνει ένα συγκριτικό πλεονέκτημα της Ε.Ε. έναντι της Ο.Ε. καθώς αυτοί λειτουργούν περισσότερο ως χρηματοδότες και πολλές φορές εξασφαλίζουν στην εταιρεία τα απαραίτητα για τη λειτουργία και την ανάπτυξή της κεφάλαια και ζητούμενες δεξιότητες.

Αφανής – Συμμετοχική Εταιρεία

Πρόκειται για εταιρεία που δεν έχει νομική προσωπικότητα, επωνυμία ή περιουσία και αποτελεί εταιρεία με «εσωτερίκευση», υπακούοντας κυρίως στις διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Ουσιαστικά είναι μια σύμπραξη δύο ή περισσοτέρων εταίρων (νομικών ή φυσικών προσώπων), από τους οποίους μόνο ένας εμφανίζεται ως διαχειριστής της εταιρείας και στο όνομα του αναπτύσσεται η δραστηριότητα της. Αυτός ονομάζεται «εμφανής εταίρος», ενώ οι άλλοι αφανείς. δεν εμφανίζονται σε καμία απολύτως συναλλαγή με τρίτους και σε καμία περίπτωση δεν ευθύνονται για τυχόν χρέη της εταιρείας. Ο εταιρικός δεσμός αναπτύσσεται μόνο στις σχέσεις μεταξύ των εταίρων, καθώς στις προς τα έξω σχέσεις φαίνεται ο εμφανής εταίρος, ο οποίος δείχνει να λειτουργεί μόνος του, τη δική του επιχείρηση.

Όπως στις υπόλοιπες εταιρικές μορφές έτσι και στην Αφανή εταιρεία, οι εταίροι, αφανείς και εμφανείς, αναλαμβάνουν αμοιβαία υποχρέωση να συμβάλλουν με τις εισφορές τους στην επιδίωξη ενός κοινού σκοπού. Οι εισφορές μπορεί να είναι χρηματικές ή σε είδος (παραχώρηση κτιρίου, προσφορά εργασίας, τεχνογνωσίας κ.α.) και σύμφωνα με το ν.4072/2012, προέρχονται από τους αφανείς εταίρους και καταλήγουν στον εμφανή, εν όλω, εν μέρει ή προς χρήση.

Κεφαλαιουχικές

Ανώνυμη Εταιρεία

Για την ίδρυση ανώνυμης εταιρείας πρέπει να συμπράξουν δύο τουλάχιστον μέρη ή κατά την έκφραση του νόμου το κεφάλαιο αυτής πρέπει να αναληφθεί από δύο τουλάχιστον. Η αναλογία συμμετοχής των ιδρυτών δεν ορίζεται.

Τα ιδρυτικά μέλη της ανώνυμης εταιρείας μπορεί να είναι φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Τα φυσικά πρόσωπα πρέπει να έχουν συμπληρώσει το δέκατο όγδοο (18ο) έτος της ηλικίας τους (σύμφωνα με το άρθρο 127 του Αστικού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του Ν.1329/83). Συμμετοχή ανηλίκου στην ίδρυση ανώνυμης εταιρείας επιτρέπεται μόνο κατόπιν δικαστικής άδειας.

Βασικά Χαρακτηριστικά

– Τα βασικά χαρακτηριστικά της ανώνυμης εταιρείας είναι τα ακόλουθα:

– Το μεγάλο σχετικά κεφάλαιο που απαιτείται για την ίδρυσή της

– Η διαίρεση του κεφαλαίου σε ίσα μερίδια, που ενσωματώνονται σε έγγραφα, τις μετοχές

– Οι αυστηροί όροι δημοσιότητας κατά την ίδρυσή της αλλά και καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της

– Η μακρά διάρκειά της (συνήθως 50 ετών)

– Η περιορισμένη ευθύνη των μετόχων

– Η λήψη αποφάσεων κατά πλειοψηφία

– Η ύπαρξη δύο οργάνων, ήτοι της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων και του Διοικητικού Συμβουλίου.

Μικτές

Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης (Ε.Π.Ε.)

Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης μπορεί να συστήσει και ένα μόνο πρόσωπο ή μία ήδη συσταθείσα Ε.Π.Ε. να μετατραπεί σε μονοπρόσωπη. Ωστόσο, η μονοπρόσωπη Ε.Π.Ε. είναι άκυρη, αν ο εταίρος (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) που τη συνέστησε είναι και μοναδικός εταίρος σε άλλη μονοπρόσωπη Ε.Π.Ε., ή αν έχει συσταθεί από άλλη μονοπρόσωπη Ε.Π.Ε..

Βασικά Χαρακτηριστικά

–          Αποτελεί νομικό πρόσωπο και είναι εμπορική εταιρεία κατά το τυπικό κριτήριο, έστω και αν ο σκοπός της δεν είναι εμπορικός.

–          Το αρχικό κεφάλαιο της εταιρείας διαιρείται σε ίσα μερίδια, τις «μερίδες συμμετοχής», τα εταιρικά μερίδια με αξία τουλάχιστον 30,00 €. Η εταιρική μερίδα δεν μπορεί να παρασταθεί με μετοχές και δεν μπορεί να μεταβιβαστεί αν δεν συμφωνούν όλοι οι εταίροι.

–          Η ευθύνη των εταίρων είναι περιορισμένη. Αντίθετα από τις Προσωπικές εταιρείες στις Ε.Π.Ε υπάρχει διαχωρισμός της περιουσίας της εταιρείας από την προσωπική περιουσία των εταίρων.

–          Διαθέτει συγκεκριμένους όρους δημοσιότητας καθ’ όλη τη διάρκεια της λειτουργίας της.

–          Έχει ορισμένη διάρκεια (αν και η παράλειψη αναγραφής της διάρκειας δεν αποτελεί λόγο ακυρότητας της εταιρείας).

–          Κάθε συνιδιοκτήτης Ε.Π.Ε. είναι ελεύθερος επαγγελματίας και ως εκ τούτου έχει υποχρέωση να είναι ασφαλισμένος στο Ο.Α.Ε.Ε.

–          Ο διαχειριστής της Ε.Π.Ε., που μπορεί να διοικεί την εταιρεία ως να είναι ο μοναδικός ιδιοκτήτης, έχει προσωπική ευθύνη για παράνομες πράξεις της εταιρείας και τυχόν παράνομη πτώχευσή της, με όριο το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας του.

–          Η λήψη αποφάσεων γίνεται κατά πλειοψηφία πλέον του μισού του όλου αριθμού των εταίρων, που εκπροσωπούν πλέον του μισού του όλου εταιρικού κεφαλαίου.

Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία (Ι.Κ.Ε.)

Με το ν.4072/2012 (ΦΕΚ Α’ 86) θεσπίστηκε μια νέα εταιρική μορφή, η Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία (Ι.Κ.Ε.). Πρόκειται για μια εταιρική μορφή που λειτουργεί ως ενδιάμεσος κρίκος των μικρών και μεγάλων εταιρειών, παρουσιάζοντας αρκετές ομοιότητες με την Ε.Π.Ε., χωρίς όμως να εμπίπτει στις «εταιρικές» οδηγίες της Ε.Ε.

Η Ι.Κ.Ε. μπορεί να συσταθεί μονοπρόσωπη ή να καταστεί στη συνέχεια μονοπρόσωπη, μετά από την αποχώρηση εταίρου ή εταίρων. Στην περίπτωση της Μονοπρόσωπης Ι.Κ.Ε., ο μοναδικός εταίρος, υπόκειται σε υποχρέωση ασφάλισης στον ΟΑΕΕ.

Βασικά Χαρακτηριστικά

–          Είναι κεφαλαιουχική εταιρεία με νομικό πρόσωπο.

–          Για τη σύστασή της απαιτείται η συμμετοχή ενός τουλάχιστον εταίρου με τη λήψη τουλάχιστον ενός μεριδίου που αντιστοιχεί σε κεφαλαιακή εισφορά αξίας από (1) ένα € και πάνω.

–          Η συμμετοχή εταίρων και η λήψη μεριδίων μπορεί να γίνει με κεφαλαιακές, με εξωκεφαλαιακές και με εγγυητικές εισφορές. Η αξία των δύο τελευταίων δεν μπορεί να υπερβαίνει το 75% του ποσού της ευθύνης που αναλαμβάνει ο εταίρος έναντι των δανειστών της εταιρείας.

–          Η διάρκεια της εταιρείας είναι υποχρεωτικά ορισμένου χρόνου. Αν δεν ορίζεται στο καταστατικό χρόνος, η εταιρεία διαρκεί για 12 έτη. Ο χρόνος αυτός μπορεί να παραταθεί.

–          Για τις εταιρικές υποχρεώσεις ευθύνεται μόνο η εταιρεία – το νομικό πρόσωπο με την περιουσία της.

–          Υπάρχει δυνατότητα «Εταιρικοποίησης» των εξωεταιρικών συμβάσεων μέσω του καταστατικού της.

–          Η δημοσιότητα της εταιρείας πραγματοποιείται είτε στην ιστοσελίδα της είτε στο Γ.Ε.ΜΗ.

–          Συστήνεται και τροποποιείται με απλό ιδιωτικό έγγραφο, δεν απαιτείται συμβολαιογραφικό.

–          Τηρεί υποχρεωτικά διπλογραφικά βιβλία.

–          Για την ενίσχυση της ευελιξίας της παρέχεται από τον νόμο η δυνατότητα λήψης αποφάσεων των εταίρων τόσο εντός όσο και εκτός Γενικής Συνέλευσης, η δε Συνέλευση συγκαλείται από τον διαχειριστή 8 ημέρες πριν από την πραγματοποίησή της.

–          Απλοποιημένες διαδικασίες προβλέπονται και για την έγκριση των ετήσιων οικονομικών αποτελεσμάτων, την συνεδρίαση των οργάνων της κλπ.

–          Η διανομή κερδών στους εταίρους έπεται της δημιουργίας αποθεματικού. Διανομή των ετήσιων κερδών γίνεται, αφού πρώτα αφαιρεθεί το 1/20 αυτών για το σχηματισμό τακτικού αποθεματικού.

Καινοτομία

Η βασική καινοτομία της Ι.Κ.Ε. είναι η αποσύνδεση της εταιρικής συμμετοχής και των μεριδίων από το κεφάλαιο. Ενώ δηλαδή στις Α.Ε. και Ε.Π.Ε. οι μετοχές και τα εταιρικά μερίδια αποτελούν τμήμα του κεφαλαίου και προσδιορίζουν το μέγεθος της συμμετοχής καθ’ ενός, ανάλογα με τον αριθμό μεριδίων που κατέχει, στην Ι.Κ.Ε. τα πράγματα είναι διαφορετικά.

ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Εφόσον ο εργοδότης δεν έχει προβεί σε καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, η καταγγελία θεωρείται άκυρη, σαν να μην έγινε και ο εργοδότης που αρνείται να αποδεχθεί την προσηκόντως εργασία σου καθίσταται υπερήμερος. Οπότε, μπορείς να καταθέσεις αγωγή στο Μονομελές Πρωτοδικείο και είτε να εμμείνεις στην ακυρότητα της καταγγελίας και να αξιώσεις τους μισθούς υπερημερίας, είτε να θεωρήσεις την καταγγελία έγκυρη και να ζητήσεις την προβλεπόμενη νόμιμη αποζημίωση.
Καταρχήν για κάθε αξίωση του μισθωτή που πηγάζει από άκυρη καταγγελία σύμβασης εργασίας η προθεσμία για την κατάθεση και επίδοση της αγωγής είναι τρεις μήνες από τη λύση της εργασίας, ενώ για την καταβολή ή συμπλήρωση της αποζημίωσης τάσσεται προθεσμία έξι μηνών.
Εργατικό ατύχημα θεωρείται η ανικανότητα του εργαζομένου για παροχή εργασίας που προκλήθηκε από ένα βίαιο περιστατικό, κατά τη διάρκεια της εργασίας και εξαιτίας αυτής. Ατύχημα που συμβαίνει π.χ. κατά τη συνηθισμένη διαδρομή και με το συνηθισμένο μέσο για να πάει ο εργαζόμενος από το σπίτι του στην εργασία ή να επιστρέψει θεωρείται εργατικό ατύχημα.
Θα πρέπει μέσα σε πέντε εργάσιμες ημέρες από την επομένη του ατυχήματος να γίνει αναγγελία στο ΙΚΑ ( ΕΟΠΥ). Όταν το ατύχημα έχει σαν συνέπεια την απόλυτη αναπηρία, ο χρόνος αναγγελίας παρατείνεται μέχρι ένα έτος, όταν έχει σαν συνέπεια το θάνατο, μέχρι δύο χρόνια, ενώ τέλος όταν νοσηλεύεται, η αναγγελία του ατυχήματος γίνεται μέσα σε 5 ημέρες από την έξοδο από το νοσοκομείο.
Ο εργοδότης έχει υποχρέωση να αναγγείλει κάθε εργατικό ατύχημα στην πλησιέστερη Αστυνομική Αρχή χωρίς αναβολή και στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας μέσα σε 48 ώρες.
Και βέβαια μπορείς να καταθέσεις αγωγή στο αρμόδιο δικαστήριο, όπου εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, διότι συνήθως υπάρχει παραβίαση ειδικών διατάξεων. Το αίτημα της αγωγής είναι η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης-ψυχικής οδύνης. Το δικαστήριο αφού εξετάσει το είδος της αμέλειας, τις συνθήκες του ατυχήματος, την οικονομική κατάσταση των μερών, καθώς και άλλους παράγοντες επιδικάζει το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης.

ΑΞΙΟΓΡΑΦΑ – ΔΙΑΤΑΓΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ

Έχεις προθεσμία 15 εργάσιμων ημερών από την κοινοποίηση της να ασκήσεις ανακοπή και αίτηση αναστολής με αίτημα προσωρινής διαταγής. Θα πρέπει να απευθυνθείς αμέσως σε δικηγόρο, προκειμένου να μπορέσει έγκαιρα να συντάξει το δικόγραφο.
Καταρχήν η επιταγή θα πρέπει να εμφανισθεί προς πληρωμή στην αρμόδια τράπεζα μέσα σε προθεσμία οκτώ ημερών από την χρονολογία έκδοσής της και εφόσον δεν υπάρχουν τα χρήματα να σφραγιστεί. Μετά έχεις προθεσμία έξι μηνών να καταθέσεις αίτηση για έκδοση Διαταγή Πληρωμής. Εάν χάσεις την ανωτέρω προθεσμία μπορείς να καταθέσεις αγωγή μέσα στην πενταετία, όμως θα περάσουν αρκετά χρόνια μέχρι να βγει η απόφαση και να μπορέσεις να πάρεις τα χρήματά σου. Αντίθετα η Διαταγή Πληρωμής μπορεί να εκδοθεί σε ένα με δύο μήνες. Πρόκειται επομένως για συντομότερη διαδικασία. Εκτός από την διαταγή πληρωμής ένα άλλο μέσο πίεσης είναι η μήνυση που μπορείς να καταθέσεις κατά του εκδότη (και μόνο) για το αδίκημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριών (3) μηνών από τη λήξη του 8ημέρου για την εμφάνιση της επιταγής.
Η συναλλαγματική εφόσον έχει συμπληρωμένα ορθώς όλα τα απαραίτητα στοιχεία, έχει προθεσμία τριών ετών για την κατάθεση της αίτησης για έκδοση Διαταγή Πληρωμής, εφόσον στρέφεσαι κατά του αποδέκτη. Οι αξιώσεις όμως κατά του εκδότη ή των άλλων που υπογράφουν την συναλλαγματική, παραγράφονται μετά από ένα έτος. Τέλος οι αξιώσεις των οπισθογράφων που πλήρωσαν τη συναλλαγματική του εκδότη και των τριτεγγυητών τους, παραγράφονται έξι μήνες από την ημέρα, κατά την οποία ο οπισθογράφος πλήρωσε τη συναλλαγματική. Εάν χάσεις τις ανωτέρω προθεσμίες μπορείς να καταθέσεις αγωγή μέσα στην πενταετία, όμως θα περάσουν αρκετά χρόνια μέχρι να βγει η απόφαση και να μπορέσεις να πάρεις τα χρήματά σου. Αντίθετα η Διαταγή Πληρωμής μπορεί να εκδοθεί σε ένα με δύο μήνες. Πρόκειται επομένως για συντομότερη διαδικασία.

ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Αυτός που κατέχει διαθήκη, είτε έχει έννομο συμφέρον είτε όχι, μόλις πληροφορηθεί το θάνατο του διαθέτη, είναι υποχρεωμένος να την προσκομίσει είτε αυτός είτε δικηγόρος που θα ορίσει, μαζί με ληξιαρχική πράξη θανάτου του διαθέτη, στο αρμόδιο δικαστήριο για να δημοσιευτεί.
Εφόσον το δικαστήριο κηρύξει την ιδιόγραφη διαθήκη κύρια, καθιερώνεται το τεκμήριο ότι η διαθήκη είναι γνήσια, εκτός και αν αμφισβητηθεί η γνησιότητά της, μέσα στην πενταετία, από τρίτον που βλάπτεται από την ύπαρξή της.
Είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο, είτε σιωπηρά, δηλαδή δεν κάνεις τίποτα. Εφόσον δεν την αποποιηθείς στην προθεσμία τεσσάρων μηνών που τάσσει ο νόμος, θεωρείσαι πλέον οριστικός κληρονόμος.
Καταρχήν έχεις προθεσμία τεσσάρων μηνών να αποποιηθείς την κληρονομία, η οποία ξεκινά είτε από την ημερομηνία θανάτου είτε από τη δημοσίευση της διαθήκης. Εφόσον ο κληρονομούμενος είχε την τελευταία του κατοικία στο εξωτερικό ή εάν έμαθες ότι έγινες προσωρινός κληρονόμος όταν διέμενες στο εξωτερικό, τότε η προθεσμία αποποίησης είναι ένα έτος. Η αποποίηση της κληρονομίας, γίνεται ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου, με δήλωση του κληρονόμου, ή οποία μπορεί να γίνει και από τον δικηγόρο του με ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο.
Αν η κληρονομία έχει πολλά χρέη, ο κληρονόμος έχει τη δυνατότητα να την αποδεχθεί με το ευεργέτημα της απογραφής, ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος να ευθύνεται έναντι των δανειστών του κληρονομουμένου με την ατομική του περιουσία. Θα πρέπει όμως: α) εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών να συντάξει έκθεση απογραφής του ενεργητικού και παθητικού της περιουσίας από τη δήλωση αποδοχής ενώπιον Συμβολαιογράφου, β) η απογραφή που θα συνταχθεί να μην είναι ανακριβής εκ δόλου και γενικά να μην διαχειρίζεται δόλια τη κληρονομία και γ) να μην εκποιήσει ακίνητα της κληρονομίας χωρίς προηγούμενη άδεια δικαστηρίου. Αν δεν τηρηθούν οι όροι αυτοί, ο κληρονόμος χάνει το ευεργέτημα της απογραφής και θεωρείται πλέον απλός κληρονόμος, ευθυνόμενος και με την ατομική του περιουσία έναντι των δανειστών της κληρονομίας.

ΣΥΜΦΩΝΟ ΣΥΜΒΙΩΣΗΣ

Το νέο σύμφωνο συμβίωσης λύεται «πιο δύσκολα» (ελάχιστος χρόνος το τρίμηνο), προβλέπει εξίσωση με τα περιουσιακά δικαιώματα των συζύγων (ίδια κληρονομικά δικαιώματα) και τείνει να εξισώσει επίσης τα δικαιώματα κοινωνικοασφαλιστικού, εργατικού και φορολογικού δικαίου.

Για τα κληρονομικά προβλέπεται πλήρης εξίσωση με τα δικαιώματα των συζύγων. Ο επιζών σύντροφος κληρονομεί κανονικά ως σύζυγος, αλλά έχει και δικαίωμα παραίτησης από την ελάχιστη κληρονομιά (τη «νόμιμη μοίρα»).

Ναι, εκτός από το ζήτημα του τεκμηρίου πατρότητας του παιδιού που θα γεννηθεί κατά τη διάρκεια του συμφώνου. Για τα ομόφυλα ζευγάρια δεν προβλέπεται αντίστοιχο τεκμήριο, δηλαδή πολύ απλά ο σύντροφος δεν αναγνωρίζεται ως γονέας του παιδιού που έχει αποκτήσει ο έτερος σύντροφος.
Δεν προβλέπεται η από κοινού τεκνοθεσία, εκτός αν το ζευγάρι έχει συνάψει γάμο. Εάν ένας από τους δύο αποκτήσει βιολογικό τέκνο, με βάση το νομοσχέδιο όπως είναι αυτή τη στιγμή (17.12.2015), ο άλλος σύντροφος δεν έχει απολύτως κανένα δικαίωμα στο παιδί.
Το τέκνο που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του συµφώνου συµβίωσης ή µέσα σε τριακόσιες ηµέρες από τη λύση ή την ακύρωση του συµφώνου, τεκµαίρεται ότι έχει πατέρα τον άνδρα µε τον οποίο η µητέρα κατάρτισε το σύµφωνο. Το τεκµήριο ανατρέπεται µε αµετάκλητη δικαστική απόφαση. Τα άρθρα 1466 επ. ΑΚ, καθώς και τα άρθρα 614 επ. ΚΠολ∆, εφαρµόζονται αναλόγως. Άρθρο 10. Επώνυµο τέκνων. Το τέκνο που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του συµφώνου συµβίωσης ή µέσα σε τριακόσιες ηµέρες από τη λύση ή την ακύρωση του συµφώνου, φέρει το επώνυµο που επέλεξαν οι γονείς του µε κοινή και αµετάκλητη δήλωσή τους, που περιέχεται στο σύµφωνο ή σε 3 µεταγενέστερο συµβολαιογραφικό έγγραφο πριν από τη γέννηση του πρώτου τέκνου. Το επώνυµο που επιλέγεται είναι κοινό για όλα τα τέκνα και είναι υποχρεωτικά το επώνυµο του ενός από τους γονείς ή συνδυασµός των επωνύµων τους. Σε καµιά περίπτωση δεν µπορεί να περιλαµβάνει περισσότερα από δύο επώνυµα. Αν η δήλωση παραλειφθεί, το τέκνο θα έχει σύνθετο επώνυµο, αποτελούµενο από το επώνυµο και των δύο γονέων του. Πρώτο τίθεται το επώνυµο µε αρχικό που προηγείται στο αλφάβητο. Αν το επώνυµο του ενός ή και των δύο γονέων είναι σύνθετο, το επώνυµο του τέκνου θα σχηµατιστεί µε το πρώτο από τα δύο επώνυµα.
Για τη διατροφή µετά τη λύση του συµφώνου εφαρµόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τη διατροφή µετά το διαζύγιο, εκτός αν τα µέρη παραιτηθούν από το σχετικό δικαίωµα κατά την κατάρτιση του συµφώνου.
Το σύµφωνο συµβίωσης δεν µεταβάλλει το επώνυµο των µερών. Ο καθένας µπορεί, εφόσον συγκατατίθεται ο άλλος, να χρησιµοποιεί στις κοινωνικές σχέσεις το επώνυµο του άλλου ή να το προσθέτει στο δικό του.
Το σύµφωνο συµβίωσης λύνεται α) µε συµφωνία των µερών, που γίνεται αυτοπροσώπως µε συµβολαιογραφικό έγγραφο, β) µε µονοµερή συµβολαιογραφική δήλωση, εφόσον έχει επιδοθεί προηγουµένως µε δικαστικό επιµελητή πρόσκληση για συναινετική λύση στο άλλο µέρος και έχουν παρέλθει τρεις µήνες από την επίδοση, και γ) αυτοδικαίως, αν συναφθεί γάµος µεταξύ των µερών.
Ο τρόπος σύναψης, ο βαθμός δυσκολίας λύσης, η χρήση των επωνύμων, τα γονεϊκά δικαιώματα και οι ευνοϊκότερες φορολογικές διατάξεις που δεν φαίνεται ρητά να περνάνε και με το νέο νομοσχέδιο.

ΤΡΟΧΑΙΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ

Αμέσως Μετά το Δυστύχημα

 

  • Εάν υπάρχει τραυματισμός, φροντίστε να ενημερώσετε αμέσως την αστυνομία. Εάν υπάρχουν τραυματίες η αστυνομία είναι υποχρεωμένη να επιληφθεί του περιστατικού, να λάβει τα απαραίτητα στοιχεία και να προβεί στις ενδεικνυόμενες μετρήσεις από τη σκηνή του τροχαίου ατυχήματος – κάτι που αποτελεί απαραίτητη μαρτυρία για τη μετέπειτα διεκδίκηση αποζημίωσης.

 

– Κρατήστε τα στοιχεία του άλλου οχήματος και του οδηγού (τύπος οχήματος, αριθμός κυκλοφορίας, αριθμός δελτίου ταυτότητας).

 

– Απαραιτήτως ζητήστε τη βοήθεια τυχόν αυτόπτων μαρτύρων. Κρατήστε τα στοιχεία επικοινωνίας τους όπως τηλέφωνο, πλήρες όνομα και διεύθυνση.

 

– Αν είναι δυνατόν, φωτογραφείστε τη σκηνή του δυστυχήματος (κατεστραμμένα οχήματα, οποιαδήποτε κατεστραμμένη περιουσία (ταμπέλες, κτήρια, κιγκλιδώματα), σημάδια τροχοπέδησης, συντρίμμια, τραυματισμούς.

 

– Καταγράψτε ότι θυμάστε από το δυστύχημα. Για παράδειγμα τη θέση των αυτοκινήτων μετά το δυστύχημα, τις αποστάσεις της τροχοπέδησης και άλλα σημαντικά στοιχεία.

 

  • Ποτέ μην επαναπαύεστε σε δηλώσεις του άλλου οδηγού του τύπου «θα τα βρούμε δεν υπάρχει πρόβλημα». Εάν ο οδηγός που σας κτύπησε  έχει παραδεχθεί ζητήστε μια γραπτή βεβαίωση του τύπου«Εγώ ο [όνομα] με ΑΔΤ [αρ. δελτίου] παραδέχομαι ότι ευθύνομαι για το τροχαίο δυστύχημα μεταξύ των [ονόματα οδηγών] που συνέβη την [ημερομηνία] επί της οδού [διεύθυνση]».Τέτοια δήλωση είναι δεσμευτική στο Δικαστήριο και δεν μπορεί μετά να αναιρεθεί.

 

  • Εάν υπάρχει υποψία ότι ο υπαίτιος οδηγός έχει επιδοθεί σε κατανάλωση αλκοόλ ζητήστε αμέσως από την αστυνομία να διενεργηθεί έλεγχος αλκοτέστ.

 

  • Ζητήστε τη διακομιδή σας σε νοσοκομείο για να διαπιστωθεί η σοβαρότητα της κατάστασής σας.

 

  • Εάν σας καλέσει η τροχαία στις επόμενες ημέρες για να δώστε κατάθεση αναφορικά με το τι ακριβώς συνέβη στο περιστατικό, απαραιτήτωςμιλήστε πρώτα με το δικηγόρο σαςπριν δώσετε κατάθεση.
Πιθανές ανά περίπτωση αξιώσεις αποζημίωσης :

Α) Βλάβη οχήματος: Αποκαθίστανται οι ζημιές του οχήματος, ανταλλακτικά, κόστος εργασιών, κόστος μίσθωσης άλλου οχήματος απαραίτητου για την εργασία του ζημιωθέντος, ενώ σε περίπτωση ολικής καταστροφής αναζητείται η εμπορική του αξία, με βάση το κόστος του κατεστραμμένου κατά την ημέρα του ατυχήματος και συνυπολογισμό ζημίας και πιθανού οφέλους.

Β) Βλάβη σώματος: Νοσήλια, έξοδα αποκατάστασης, αμοιβές ιατρών, φυσικοθεραπευτών, νοσηλευτών, οικιακών βοηθών, αγοράς φαρμάκων και υποστηρικτικών μέσων, αύξηση δαπανών για βελτιωμένη διατροφή, απολεσθέντες μισθοί από την παροδική ανικανότητα για εργασία, διατροφή των προσώπων για τα οποία ο ζημιωθείς είχε υποχρέωση, όλα όσα στο μέλλον θα στερηθεί εξαιτίας της βλάβης σώματος (κατά κανόνα αυτά αποζημιώνονται με χρηματικές δόσεις ανά μήνα, ενώ ο ζημιωθείς έχει βάρος να περιορίσει κατά το δυνατόν την έκταση της ζημίας, δηλαδή να μην χειροτερεύσει την θέση του με δική του ευθύνη και να μην απορρίψει ευκαιρίες για εργασία). Βάσει του ΑΚ 930 παρ. 3, δύναται να αναζητηθεί από τον ζημιωθέντα το ποσό που θα δαπανούσε εάν απασχολούσε τρίτο επ’ αμοιβή πρόσωπο για την φροντίδα του, η αποφυγή δε της δαπάνης αυτής (πλασματικές δαπάνες), ενόψει της παροχής υπηρεσιών από οικεία πρόσωπα, δεν απαλλάσσει τους υπόχρεους σε αποζημίωση, διότι το γεγονός ότι κάποιος άλλος έχει υποχρέωση εκ του νόμου ή εξ άλλου λόγου να διατρέφει – φροντίζει τον παθόντα δεν μπορεί να καταλήξει σε ωφέλεια των υπόχρεων και σε αποφυγή καταβολής από αυτούς της σχετικής αποζημίωσης.

 Γ) Ηθική Βλάβη: Αποκαθίσταται χρηματικά ο ψυχικός του πόνος, ως βλάβη του αγαθού της προσωπικότητας. Η αποζημίωση για παραμόρφωση σώματος ή για μόνιμη ανικανότητα, εφόσον αυτή επιδρά στο μέλλον και τον οικονομικό και οικογενειακό – κοινωνικό βίο του ζημιωθέντος, αποτελεί ξεχωριστή αξίωση και επιτείνει την ηθική βλάβη.

Δ) Ζημία από θανάτωση: Νοσήλια, έξοδα κηδείας, αποζημίωση για στέρηση διατροφής των δικαιούχων προσώπων και χρηματική αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης των μελών της οικογένειας του θύματος.

Οι αγωγές αποζημίωσης και διαφορές που απορρέουν από τροχαία ατυχήματα εκδικάζονται και επιλύονται στο Μονομελές Πρωτοδικείο ή Ειρηνοδικείο του τόπου κατοικίας του εναγομένου, με την ειδική διαδικασία αυτοκινητικών διαφορών. Συντρέχουσα αρμοδιότητα έχουν και τα δικαστήρια του τόπου αδικήματος, σε περίπτωση σωματικών βλαβών αλλά και στην περίπτωση αλλοδαπού οχήματος.

Η αξίωση για αποζημίωση παραγράφεται εφόσον παρέλθει πενταετία από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της ζημιάς και του υποχρέου προς αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, ενώ σε κάθε περίπτωση για να μην παρατείνεται με τον ισχυρισμό περί άγνοιας του παθόντος η έναρξη της προθεσμίας παραγραφής, ορίζεται ότι σε κάθε περίπτωση παραγράφεται η αξίωση με την επέλευση εικοσαετίας από τότε που συνέβη η αδικοπραξία, ανεξάρτητα από την γνώση ή άγνοια του παθόντος.

Σημαντική εφαρμογή έχει η απόπειρα εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς, που επιχειρείται από το δικηγόρο του ζημιωθέντος, ανάμεσα στον εντολέα του και την ασφαλιστική εταιρία του ζημιογόνου οχήματος. Ο πιθανός συμβιβασμός που θα προκύψει εξασφαλίζει εξοικονόμηση χρόνου και δικαστικών δαπανών, αφού η δικαστική επιδίωξη καθυστερεί σημαντικά μέχρι την επέλευση της τελεσιδικίας της δικαστικής απόφασης, ενώ το αποτέλεσμα της αντιδικίας είναι πάντα απρόβλεπτο. Στην πράξη, δυστυχώς, πιο συχνά ακολουθείται η δικαστική οδός, εφόσον δεν αναγνωριστεί από την ασφαλιστική εταιρία η υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου σε αυτήν οχήματος. Ένας επιπλέον λόγος είναι το γεγονός ότι συμφέρει την ασφαλιστική να μην καταβάλει άμεσα αποζημίωση. Όμως, στις περιπτώσεις που η υπαιτιότητα είναι δεδομένη και η ζημία δεν ανέρχεται σε μεγάλο χρηματικό ύψος, η εξώδικη επίλυση της διαφοράς με συμβιβασμό αποτελεί την πλέον ενδεδειγμένη λύση.

ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ

Ένα από τα πλέον συνήθη προβλήματα που δυστυχώς αντιμετωπίζουν στην καθημερινότητά τους  οι εκμισθωτές ακινήτων, είναι και η καθυστέρηση ή και πλήρης άρνηση καταβολής των μισθωμάτων στις μισθώσεις των κατοικιών, αλλά και στις επαγγελματικές μισθώσεις.  Έχει μεγάλη σημασία ο τρόπος και ο χρόνος που ο κάθε ενδιαφερόμενος ιδιοκτήτης θα αντιδράσει σε ένα τέτοιο γεγονός, ιδιαίτερα αν βρίσκεται αντιμέτωπος με συστηματικούς κακοπληρωτές, γιατί κάθε καθυστέρηση και κάθε λάθος είναι εις βάρος του, αφού τις περισσότερες φορές είναι αδύνατη η είσπραξη των οφειλομένων μισθωμάτων.

Νομικά υπάρχουν τρεις τρόποι που μπορεί να χρησιμοποιήσει κανείς, αν καταφύγει στο αρμόδιο δικαστήριο:

  1. Καταγγελίατης μίσθωσης σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα,
  2. Αγωγήαποβολής λόγω δυστροπίας σύμφωνα με τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας . Στην περίπτωση αυτή εάν υπάρχουν και ζημιές στο μίσθιο για τις οποίες ο ιδιοκτήτης ζητά αποζημίωση, τότε απαιτείται ειδικό αίτημα στο Δικαστήριο,
  3. Έκδοση διαταγής απόδοσης μίσθιου, χωρίς διεξαγωγή δίκης, με ταυτόχρονη διεκδίκηση ή όχι και των οφειλομένων μισθωμάτων, ακόμη δε και κοινόχρηστων λογαριασμών κοινής ωφέλειας.

 

Η επιλογή της ενδεδειγμένης σε κάθε περίπτωση διαδικασίας, αποτελεί επιλογή και ευθύνη του Δικηγόρου του κάθε ιδιοκτήτη, ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε μίσθωσης. Πάντως η ταχύτερη διαδικασία που δίνει ο νόμος στον εκμισθωτή σε περίπτωση μη καταβολής από τον μισθωτή λόγω δυστροπίας μισθωμάτων, είναι η έκδοση διαταγής απόδοσης χρήσης του μισθίου.

– Τι πρέπει να κάνω πριν την έκδοση της διαταγής απόδοσης χρήσης μισθίου;

Τουλάχιστον 15 ημέρες πριν την υποβολή αίτησης για έκδοση διαταγής απόδοσης της χρήσης του μισθίου, ο εκμισθωτής θα πρέπει να επιδώσει στον μισθωτή (και εφόσον πρόκειται για κατοικία και στον/στην σύνοικο σύζυγό του ή λοιπά συνοικούντα τρίτα πρόσωπα) έγγραφη εξώδικη όχληση με δικαστικό επιμελητή, καλώντας τον να εξοφλήσει τα οφειλόμενα μισθώματα ή/και τυχόν οφειλές από κοινόχρηστες δαπάνες, λογαριασμούς ΔΕΚΟ (ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ) κ.λπ.

Η καταβολή των μισθωμάτων εντός του δεκαπενθημέρου, εφόσον αποδεικνύεται εγγράφως, αποκλείει την έκδοση διαταγής απόδοσης της χρήσης του μισθίου. Ωστόσο, επίδοση της σχετικής όχλησης απαιτείται μόνο μία φορά.

Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για την έκδοση της διαταγής απόδοσης χρήσης μισθίου;

 

Οι προϋποθέσεις είναι οι εξής:

α. Η μη καταβολή των μισθωμάτων από τον μισθωτή ένεκα δυστροπίας.

β. Η έγγραφη απόδειξη της έναρξης της μίσθωσης (με μισθωτήριο).

γ. Η κατά τα ανωτέρω επίδοση έγγραφης εξώδικης όχλησης από τον εκμισθωτή προς τον μισθωτή.

 

Σημειωτέον ότι δεν υπάρχει πλέον  η υποχρέωση υποβολής πιστοποιητικού ότι δηλώθηκαν τα μισθώματα της τελευταίας διετίας που απαιτείτο παλαιότερα να προσαχθεί στο δικαστήριο για την απόδοση της  χρήσης του μισθίου.

Περαιτέρω, δεν απαιτείται ούτε η προσκόμιση πιστοποιητικού ΕΝΦΙΑ για την έκδοση διαταγής απόδοσης χρήσης μισθίου.

 

– Ποιο Δικαστήριο είναι αρμόδιο για την έκδοση της διαταγής απόδοσης χρήσης μισθίου;

Σε περίπτωση που το μηνιαίο μίσθωμα δεν υπερβαίνει τα εξακόσια (600,00) ευρώ, αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Ειρηνοδικείο.

Σε περίπτωση που το μηνιαίο μίσθωμα είναι πάνω από εξακόσια (600,00) ευρώ, αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο.

 

– Μπορώ να ζητήσω με την ως άνω διαταγή τα οφειλόμενα μισθώματα ή τυχόν άλλες οφειλές του μισθωτή προς τον εκμισθωτή;

Πλέον στην αίτηση για έκδοση διαταγής απόδοσης της χρήσης μισθίου μπορεί να σωρευτεί και αίτημα καταδίκης για χρηματική απαίτηση από οφειλόμενα μισθώματα, κοινόχρηστες δαπάνες, τέλη και λογαριασμούς κοινής ωφέλειας, εφόσον το ύψος τους αποδεικνύεται από δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, ιδίως λογαριασμούς κοινοχρήστων και οργανισμών κοινής ωφέλειας.

 

– Πότε καθίσταται εκτελεστή η διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου;

20 ημέρες μετά την επίδοσή της διαταγής με δικαστικό επιμελητή από τον εκμισθωτή στον μισθωτή, αυτή καθίσταται εκτελεστή και μπορεί να προχωρήσει η διαδικασία της έξωσης, δίδοντας την αντίστοιχη εντολή σε αρμόδιο Δικαστικό Επιμελητή.

 

– Ποια είναι τα δικαιώματα άμυνας του μισθωτή;

Ο μισθωτής προκειμένου να αμυνθεί κατά της σε βάρος του διαταγής απόδοσης χρήσης μισθίου έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή ενώπιον του Δικαστηρίου που την εξέδωσε μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από την κοινοποίησή της σε αυτόν.

 

– Η άσκηση της ανακοπής αναστέλλει την εκτελεστότητα της διαταγής απόδοσης της χρήσης του μισθίου;

Η άσκηση της αναστολής από μόνης της δεν αναστέλλει την εκτελεστότητα της διαταγής απόδοσης του μισθίου και την δυνάμει αυτής επισπευσθησόμενη εκτέλεση, ήτοι την έξωση.

Προκειμένου να ανασταλεί η εκτελεστική διαδικασία, θα πρέπει ο μισθωτής – καθ’ ου η διαταγή να ασκήσει αίτηση αναστολής με αίτημα προσωρινής διαταγής.

Με την έκδοση της τελευταίας προστατεύεται προσωρινά απολύτως και δεν μπορεί προσωρινά να γίνει εκτέλεση σε βάρος του.

Αν μετά την αποβολή του, ο μισθωτής έχει εγκαταλείψει κινητά αντικείμενά του στο μίσθιο, και ο ιδιοκτήτης έχει οριστεί υποχρεωτικά από το δικαστικό επιμελητή ως μεσεγγυούχος και υπόχρεος για τη φύλαξή τους, όπως προβλέπει ο νόμος, θα πρέπει να κινηθεί μια νέα δικαστική διαδικασία για την εκποίηση των πραγμάτων αυτών με πλειστηριασμό. Ωστόσο υπήρξε τροποποίηση της σχετικής νομοθεσίας περί συντομότερης παραγραφής της υποχρέωσης φύλαξης εγκαταλελειμμένων κινητών και η ευθύνη του εκμισθωτή που διορίστηκε «με το ζόρι» μεσεγγυούχος για την φύλαξη των κινητών πραγμάτων του ενοικιαστή του, παραγράφεται πλέον σε μόλις έξι (6) μήνες .

ΕΜΠΟΡΙΚΑ ΣΗΜΑΤΑ

Για να κάνει δεκτή ως εμπορικό σήμα μία ένδειξη, πρέπει να πληρούνται οι κάτωθι προϋποθέσεις: 

α. Να μην υπάρχει όμοιο ή παραπλήσιο ηχητικά σήμα το οποίο να έχει προγενεστέρως κατοχυρωθεί στο μητρώο σημάτων και να διακρίνει όμοια ή παρόμοια προϊόντα ή υπηρεσίες. Ο κίνδυνος αυτός αποφεύγεται με τη διενέργεια ενός νομικού προελέγχου στα Βιβλία Σημάτων της Υπηρεσίας Σημάτων, προκειμένου να διαπιστωθεί η διαθεσιμότητα του εκάστοτε σήματος.

β. Να έχει διακριτική δύναμη η ένδειξη του σήματος και ως εκ τούτου να μην αποτελείται από κοινόχρηστες λέξεις ή σύμβολα, τα οποία σαφώς δεν μπορούν να διακρίνουν ότι τα εκάστοτε προϊόντα ή υπηρεσίες μίας επιχείρησης πράγματι προέρχονται από την τελευταία.

γ. Να μην αποτελείται η ένδειξη του σήματος από λέξεις ή σύμβολα που έχουν αμιγώς περιγραφικό χαρακτήρα, δηλαδή περιγράφουν το προσφερόμενο προϊόν ή υπηρεσία ή λοιπές λέξεις δηλωτικές της ποιότητας, της ποσότητας, της προέλευσης ή της αξίας του προσφερόμενου προϊόντος ή υπηρεσίας.

δ. να μην είναι η ένδειξη του σήματος αντίθετη με τα χρηστά ήθη ή τη δημόσια τάξη.

ε. να μην έχει παραπλανητικό χαρακτήρα,  αναφορικά λ.χ. με τον τόπο προέλευσης, την ποιότητα, την ποσότητα ή τη φύση του προσφερόμενου προϊόντος ή υπηρεσίας.

Σήμα μπορεί να κατοχυρώσει κάθε φυσικό η νομικό πρόσωπο.

Η καταχώρηση ενός εμπορικού σήματος προστατεύεται για 10 χρόνια και ανανεώνεται ανά 10ετία. Η προστασία του σήματος μπορεί να παρατείνεται ανά δεκαετία με αίτηση του δικαιούχου και με την εμπρόθεσμη καταβολή του τέλους ανανέωσης, αλλιώς διαγράφεται.

Η κατοχύρωση ενός εμπορικού σήματος μπορεί να γίνει σε τρία επίπεδα: Εθνικό, Κοινοτικό ή Διεθνές.

Παρακάτω συνοψίζεται η διαδικασία που ακολουθείται σε κάθε περίπτωση.

 

1) Σε Εθνικό Επίπεδο

Με τον νέο Νόμο περί Σημάτων (υπ’ αριθμ. 4072/2012), ο οποίος έχει τεθεί σε ισχύ, η διαδικασία κατοχύρωσης ενός εθνικού εμπορικού σήματος περιλαμβάνει τα κάτωθι στάδια:

  1. Αρχικά το εν δυνάμει εμπορικό σήμα ταξινομείται σε κλάσεις, οι οποίες είναι κατηγορίες προϊόντων ή υπηρεσιών. Αναλυτική περιγραφή των κλάσεων μπορείτε να βρείτε στην ιστοσελίδα http://gge.gov.gr/?page_id=6226 .
  2. Στη συνέχεια διενεργείται ένας νομικός προέλεγχος, προκειμένου να εξεταστεί η διαθεσιμότητα του σήματος για τις κλάσεις που σας ενδιαφέρουν.
  3. Για την κατοχύρωση εθνικού σήματος κατατίθεται δήλωση στη Διεύθυνση Εμπορικής και Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας (Υπηρεσία Σημάτων) του Υπουργείου Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού.
  4. Η δήλωση λαμβάνει αριθμό, ημερομηνία και ώρα κατάθεσης και καταχωρείται στο μητρώο σημάτων. Για κάθε δήλωση δημιουργείται μία καρτέλα, η οποία κατ’ ελάχιστο περιέχει τα εξής στοιχεία: αριθμό δήλωσης, ονοματεπώνυμο του καταθέτη και ώρα κατάθεσης δήλωσης, αποτύπωση του εμπορικού σήματος καθώς και αναφορά με χρονολογική σειρά στις αποφάσεις που εκδίδονται επί της δήλωσης κατάθεσης, τις ανακοπές, τις προσφυγές, τις αιτήσεις έκπτωσης και ακυρότητας στις πράξεις που εγγράφονται επί του σήματος.
  5. Στη συνέχεια η Υπηρεσία Σημάτων και ο αρμόδιος εξεταστής εξετάζει εάν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις αποδοχής της εν λόγω δήλωσης κατοχύρωσης εμπορικού σήματος.
  6. Εάν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις αποδοχής της δήλωσης εμπορικού σήματος, τότε η δήλωση γίνεται δεκτή και δημοσιεύεται η σχετική απόφαση.
  7. Εάν εγερθούν αντιρρήσεις από την Υπηρεσία Σημάτων, ο καταθέτης θα κληθεί εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός να καταθέσει παρατηρήσεις.

 

2) Σε Κοινοτικό Επίπεδο

Η διαδικασία κατοχύρωσης κοινοτικού σήματος έχει επιταχυνθεί ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο υπερστόχος του Κοινοτικού Γραφείου Σημάτων είναι να ολοκληρώνεται η όλη διαδικασία εντός του χρονικού διαστήματος των 26 εβδομάδων [σε περίπτωση που δεν υπάρξει ανακοπή από τρίτο μέρος (opposition)], κάτι το οποίο είναι εξαιρετικά δύσκολο, εάν αναλογιστεί κανείς ότι παρέχει προστασία αυτομάτως και ταυτόχρονα σε 27 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η διαδικασία έχει ως εξής:

  1. Αρχικά κατατάσσεται το κοινοτικό σήμα σε κλάσεις. Οι κλάσεις είναι κατηγορίες προϊόντων ή υπηρεσιών, στις οποίες ταξινομείται το κάθε σήμα. Σκόπιμο είναι να επιλέγονται με προσοχή και να είναι σαφείς και ορισμένες, προκειμένου να μην συμπλέκονται με το περιεχόμενο άλλων κλάσεων παραπλήσιων σημάτων. Άλλως ειπείν, η εξειδίκευσή τους προστατεύει εν τέλει τον δικαιούχο του σήματος, ο οποίος αποφεύγει τη γέννηση τυχόν κινδύνου σύγχυσης με άλλα παραπλήσια σήματα.
  2. Στη συνέχεια γίνεται ο νομικός προέλεγχος προκειμένου να εξακριβωθεί εάν το προς κατοχύρωση κοινοτικό σήμα είναι διαθέσιμο για τις συγκεκριμένες κλάσεις.
  3. Στη συνέχεια κατατίθεται αίτηση κατοχύρωσης του κοινοτικού σήματος και λαμβάνεται αριθμός κοινοτικού σήματος.
  4. Με την κατάθεση αίτησης κατοχύρωσης του κοινοτικού σήματος εκκινεί η προθεσμία των τριάντα (30) ημερών, εντός της οποίας θα πρέπει να κατατεθούν τα τέλη κατοχύρωσης (registration fees) με έμβασμα σε σχετικό τραπεζικό λογαριασμό του Κοινοτικού Γραφείου στο Αλικάντε της Ισπανίας. Σε περίπτωση που δεν καταβληθούν εμπρόθεσμα, δεν ακυρώνεται η αίτηση, απλά ως ημερομηνία κατάθεσης δεν λαμβάνεται υπόψη η πραγματική ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης αλλά αυτή της κατάθεσης των τελών.
  5. Στη συνέχεια ο φάκελος ακολουθεί την εσωτερική διαδικασία δημοσίευσης του Κοινοτικού Γραφείου. Συγκεκριμένα, εξετάζεται η αίτηση και εάν πληρούνται όλα τα τυπικά στοιχεία, γίνεται σε πρώτο στάδιο αποδεκτή. Εάν δεν πληρούνται, η αίτηση απορρίπτεται.
  6. Ύστερα εξετάζεται η διαθεσιμότητα του συγκεκριμένου κοινοτικού σήματος για τις συγκεκριμένες κλάσεις. Εάν υπάρχει διαθεσιμότητα και δεν βρεθεί κανένα παραπλήσιο προγενέστερα κατοχυρωμένο σήμα για τις ίδιες κλάσεις, γίνεται αποδεκτό το σήμα σε δεύτερο στάδιο.
  7. Δημοσιεύεται το σήμα και κοινοποιείται τοις πάσι.
  8. Ακολουθεί μία διαδικασία διαπραγματεύσεων κατά την οποία τρίτα μέρη που θεωρούν ότι το επίδοξο σήμα ομοιάζει με το δικό τους εγείρουν αντιρρήσεις.
  9. Εάν τα εμπλεκόμενα μέρη συμφωνήσουν μεταξύ τους, η διαδικασία ολοκληρώνεται και το σήμα κατοχυρώνεται. Διαφορετικά ακολουθείται ο δρόμος της ανακοπής (opposition).

 

3) Σε Διεθνές Επίπεδο

Όσον αφορά τα διεθνή σήματα, δεν υπάρχει μια αντίστοιχη διαδικασία με το κοινοτικό σήμα που να καταχωρεί αυτομάτως ένα σήμα σε διεθνές επίπεδο. Για το λόγο αυτό, έχει ψηφιστεί η Συνθήκη της Μαδρίτης και στο οποίο είναι μέλη 85 χώρες από όλον τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας από τη 10/08/2000.

 

Σύμφωνα με τη Συνθήκη, δίνεται η δυνατότητα καταχώρησης ενός σήματος αυτομάτως σε όσες από τις 78 χώρες μέλη επιθυμεί ένας δικαιούχος καταθέτοντας μια και μόνο αίτηση στη WIPO (Word Intellectual Property Organization), που είναι και ο αρμόδιος φορέας, με έδρα τη Γενεύη της Ελβετίας.

Αναλυτικότερα, οι χώρες στις οποίες μπορεί να κατοχυρώσει ο κάτοχος ενός εθνικού ή κοινοτικού σήματος ένα διεθνές σήμα είναι οι κάτωθι:

Αλβανία (Albania), Αλγερία (Algeria), Αντίγκουα (Antigua), Αρμενία (Armenia), Αυστραλία (Australia), Αζερμπαϊτζάν (Azerbaijan), Μπαχρέιν (Bahrain), Λευκορωσία (Belarus), Μπουτάν (Bhutan), τη Βοσνία (Bosnia), την Μποτσουάνα (Botswana), την Κίνα (China), την Κροατία (Croatia), Κούβα (Cuba), Αίγυπτος (Egypt), Γεωργία (Georgia), Γκάνα (Ghana), Ισλανδία (Iceland), Ιράν (Iran), Ιαπωνία (Japan), το Καζακστάν (Kazakhstan), την Κένυα (Kenya), την Κιργιζία (Kyrgyzstan), το Λεσόθο (Lesotho), Λιβερία (Liberia), το Λιχτενστάιν (Liechtenstein), την ΠΓΔΜ (Fyrom), τη Μαδαγασκάρη (Madagascar), τη Μολδαβία (Moldova), Μονακό (Monaco), Μογγολία (Mongolia), Μαυροβούνιο (Montenegro), Μαρόκο (Morocco), Μοζαμβίκη (Mozambique), Ναμίμπια (Namimbia), Ολλανδικές Αντίλλες Netherlands Antilles), η Βόρεια Κορέα (North Korea), η Νορβηγία (Norway), Ομάν (Oman), Ρωσική Ομοσπονδία (Russian Federation), Αγία Τομέ και Πρίνσιπε (Saint Tome and Principe), Σαν Μαρίνο (San Marino), Σερβία (Serbia), Σιέρα Λεόνε (Sierra Leone), Σιγκαπούρη (Singapore), Νότια Κορέα (South Korea), Σουδάν (Sudan), Σουαζιλάνδη (Swaziland), την Ελβετία (Switzerland), τη Συρία (Syria), το Τατζικιστάν (Tajikistan), Τουρκία (Turkey), Τουρκμενιστάν (Turkmenistan), Ουκρανία (Ukraine), ΗΠΑ (USA), Ουζμπεκιστάν (Uzbekistan), το Βιετνάμ (Vietnam), Ζάμπια (Zambia).

Περαιτέρω, σε περίπτωση που κάποιος έχει ξεκινήσει από εθνική κατοχύρωση, μπορεί σε επίπεδο διεθνές να ζητήσει την κατοχύρωση διεθνούς σήματος και στις κάτωθι ευρωπαϊκές χώρες:

Αυστρία (Austria), το Μπενελούξ ( δηλ. Βέλγιο, Λουξεμβούργο και Κάτω Χώρες- Benelux), Βουλγαρία (Bulgaria), Κύπρος (Cyprus), Τσεχική Δημοκρατία (Czech Republic), Δανία (Denmark), Εσθονία (Estonia), Ευρωπαϊκή Ένωση (European Union), Φινλανδία (Finland), Γαλλία (France), Γερμανία (Germany), Ουγγαρία (Hungary), Ιρλανδία (Ireland), Ιταλία (Italy), Λετονία (Latvia), Λιθουανία (Lithuania), Πολωνία (Poland), Πορτογαλία (Portugal), Ρουμανία (Romania), Σλοβακία (Slovakia), Σλοβενία (Slovenia), Ισπανία (Spain), Σουηδία (Sweden), Ηνωμένο Βασίλειο (United Kingdom).

Με την κατάθεση αίτησης κατοχύρωσης ενός διεθνούς σήματος σε μία ή περισσότερες χώρες δε δημιουργείται ένα ‘υπερεθνικό’ σήμα σε όλο τον κόσμο αλλά ένα σύνολο εθνικών σημάτων (WO), τα οποία κρίνονται στην εκάστοτε χώρα προορισμού δυνάμει της εθνικής της νομοθεσίας. Προϋπόθεση για να μπορέσει να κατατεθεί αίτηση κατοχύρωσης ενός εμπορικού σήματος σε επίπεδο διεθνές είναι η προηγούμενη κατοχύρωσή του είτε σε επίπεδο εθνικό (χώρα προέλευσης η Ελλάδα) είτε σε επίπεδο κοινοτικό (χώρα προέλευσης το Κοινοτικό Γραφείο Σημάτων). Εάν μάλιστα η μετατροπή ενός σήματος σε επίπεδο διεθνές γίνει εντός έξι μηνών από την προηγούμενη κατάθεση αίτησης κατοχύρωσης σε επίπεδο εθνικό ή κοινοτικό, ο αιτών χαίρει του προνομίου προτεραιότητας (priority right). Μπορεί δηλαδή να διεκδικήσει ως ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης κατοχύρωσης του διεθνούς σήματος την προγενέστερη ημερομηνία κατάθεσης της εθνικής ή της κοινοτικής.

Η διαδικασία κατοχύρωσης διεθνούς σήματος συνίσταται:

α) στην κατάθεση σχετικού φακέλου στο Υπουργείο Εμπορίου (ή στο Γραφείο Εναρμόνισης στην Εσωτερική Αγορά). Στον φάκελο αυτό πρέπει να συμπεριληφθεί ένα παράβολο Δημοσίου, ύψους 15 ευρώ, που συνιστά το τέλος μεταβίβασης του φακέλου από το εθνικό γραφείο στο Διεθνές Γραφείο Σημάτων εντός προθεσμίας δύο μηνών,

β) ή εναλλακτικά στην κατάθεση σχετικού φακέλου στο Κοινοτικό Γραφείο Σημάτων και στην αυθημερόν καταβολή του τέλους μεταβίβασης (transmission fees), ύψους 300 ευρώ, προκειμένου να διαβιβάσει το Κοινοτικό Γραφείο τον φάκελο στο Διεθνές Γραφείο Σημάτων. Στη συνέχεια, μόλις φθάσει ο φάκελος στο Διεθνές Γραφείο Σημάτων, το τελευταίο φροντίζει να τον διαβιβάσει σε όλα τα εθνικά γραφείο των χωρών προορισμού (των χωρών στις οποίες ο αιτών έχει αιτηθεί προστασίας), στις οποίες πλέον η αίτηση κρίνεται με βάση την τοπική (εθνική) νομοθεσία.

Το κόστος της διαδικασίας περιλαμβάνει περαιτέρω το βασικό τέλος για την κατάθεση ασπρόμαυρου διεθνούς σήματος, ύψους 653 ελβετικών φράγκων και το βασικό τέλος για την κατάθεση έγχρωμου διεθνούς σήματος, ύψους 903 ελβετικών φράγκων. Επιπλέον, η εκάστοτε χώρα προορισμού, στην οποία ο αιτών επιζητά προστασία μπορεί να συνεπάγεται κάποια ατομικά ή συμπληρωματικά τέλη (individual fees/supplementary-complementary fees).

Η καταχώριση του σήματος παρέχει στο δικαιούχο αποκλειστικό δικαίωμα, απαγορεύοντας τη χρήση του για τα ίδια προϊόντα ή υπηρεσίες σε οποιονδήποτε τρίτο. Ιδίως παρέχει το δικαίωμα της χρήσης αυτού, το δικαίωμα να επιθέτει αυτό στα προϊόντα, τα οποία προορίζεται να διακρίνει, να χαρακτηρίζει τις παρεχόμενες υπηρεσίες, να επιθέτει αυτό στα περικαλύμματα και τις συσκευασίες των εμπορευμάτων, στο χαρτί αλληλογραφίας, στα τιμολόγια, τους τιμοκαταλόγους, τις αγγελίες, τις κάθε είδους διαφημίσεις καθώς και σε άλλο έντυπο υλικό και να το χρησιμοποιεί σε ηλεκτρονικά ή οπτικοακουστικά μέσα.

ΠΟΙΝΙΚΟ

ΓΕΝΙΚΑ

Σύμφωνα με το άρθρο 117 του Ποινικού Κώδικα, όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμέτοχους της. Το ίδιο αποτέλεσμα συνεπάγεται και η ρητή δήλωση του δικαιούχου της έγκλησης ενώπιον της αρμόδιας αρχής, ότι παραιτείται από το δικαίωμα της έγκλησης.

Επίσης τονίζεται ότι τα παραπάνω εγκλήματα που διώκονται με έγκληση θα πρέπει να τα γνωρίζετε κυρίως για τις περιπτώσεις του αυτοφώρου, κατά τις οποίες αν σας συλλάβουν, χωρίς να σας υποβληθεί σχετική έγκληση του παθόντος, τότε υπάρχει παράβαση Νόμου, (παράνομη κατακράτηση κ.λ.π.).

Χρόνος παραγραφής των εγκλημάτων.

Άρθρο 111.

1.Το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή.

  1. Τα κακουργήματα παραγράφονται:

α) μετά είκοσι έτη, αν ο νόμος προβλέπει γι αυτά την ποινή του θανάτου ή της ισόβιας Κάθειρξης,

β) μετά δέκα πέντε έτη, σε κάθε άλλη περίπτωση.

  1. Τα πλημμελήματα παραγράφονται μετά πέντε έτη.
  2. Τα πταίσματα παραγράφονται μετά δύο έτη.
  3. Οι ανωτέρω προθεσμίες υπολογίζονται κατά το ισχύον ημερολόγιο.
  4. Αν ο νόμος ορίζει διαζευκτικά περισσότερες από μία ποινές, οι ανωτέρω προθεσμίες υπολογίζονται σύμφωνα με τη βαρύτερη απ` αυτές.

Οι προθεσμίες που προαναφέρθηκαν αποτελούν τον κανόνα. Ορισμένα εγκλήματα όμως όπως π.χ. τα αδικήματα περί τύπου έχουν πιο σύντομη προθεσμία παραγραφής.

Εάν έχετε πέσει θύμα εγκλήματος μπορείτε να το καταγγείλετε στον εισαγγελέα ή στην αστυνομία, να υποβάλετε, δηλαδή, έγκληση (μήνυση). [Η «έγκληση» υποβάλλεται από τον παθόντα, το θύμα, ενώ η «μήνυση» υποβάλλεται από τρίτο πρόσωπο, πλην του θύματος, σε εγκλήματα που διώκονται αυτεπάγγελτα. Στην πράξη έχει επικρατήσει ο όρος «μήνυση» και για την έγκληση του θύματος. Εδώ χρησιμοποιείται ο όρος έγκληση για λόγους ακρίβειας].

Μπορείτε, επίσης, να ζητήσετε από κάποιον άλλο να καταγγείλει το έγκλημα. Σε αυτή την περίπτωση πρέπει να υπογράψετε μια γραπτή δήλωση (εξουσιοδότηση), με την οποία θα υποδεικνύετε το πρόσωπο που θα υποβάλει την έγκληση. Δεν υπάρχει ειδική φόρμα για την εξουσιοδότηση, αλλά πρέπει να την υπογράψετε ενώπιον ενός υπαλλήλου μιας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής αρχής ή ενώπιον ενός δικηγόρου (συμπεριλαμβανομένου και του δικού σας δικηγόρου, εάν ήδη έχετε έναν).

Μπορείτε επίσης να καταγγείλετε ένα έγκλημα, όταν το θύμα είναι ο/η σύζυγός σας , το παιδί σας ή ο γονέας σας και αυτός/αυτή έχει πεθάνει ως αποτέλεσμα του αδικήματος.

Μπορείτε να καταγγείλετε ένα έγκλημα προφορικά ή γραπτά. Εάν επιλέξετε να παρέχετε τις πληροφορίες προφορικά, ο υπάλληλος που αποδέχεται την έγκληση θα συντάξει σχετική έκθεση.

Πρέπει να πληρώσετε παράβολο αξίας 100 ευρώ για την κατάθεση της έγκλησής σας. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις θα σας επιτραπεί να πληρώσετε το παράβολο μετά την κατάθεση της έγκλησης, αλλά όχι αργότερα από τρεις ημέρες.

Στα αυτεπαγγέλτως διωκόμενα εγκλήματα, όπου οι αρχές ξεκινούν την ποινική δίωξη, χωρίς να χρειάζεται να το ζητήσει το θύμα, δεν υπάρχει προθεσμία για την καταγγελία ενός εγκλήματος. Αντίθετα, σε ορισμένες περιπτώσεις, το έγκλημα μπορεί να διωχθεί, μόνο, αν εσείς, που έχετε ζημιωθεί από αυτό, ζητήσετε την άσκηση ποινικής δίωξης. Σε αυτή την περίπτωση, πρέπει να υποβάλετε έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που λάβατε γνώση του εγκλήματος και του δράστη (αν είναι γνωστός).

Ωστόσο, για όλα τα εγκλήματα υπάρχουν συγκεκριμένα χρονικά περιθώρια (από ένα έως είκοσι χρόνια ανάλογα με την σοβαρότητα του εγκλήματος) μετά από τα οποία οι αρχές θα αποδεχτούν την έγκλησή σας, αλλά ίσως να αρνηθούν να κινήσουν τις διαδικασίες.

Όταν καταγγείλετε ένα έγκλημα, ο εισαγγελέας μπορεί να αποφασίσει να μην ασκήσει καθόλου ποινική δίωξη για την υπόθεσή σας. Σε αυτή την περίπτωση θα λάβετε ένα αντίγραφο της απόφασης του εισαγγελέα. Μπορείτε να ασκήσετε προσφυγή κατά αυτής της απόφασης μέσα σε 15 ημέρες. Η προσφυγή σας πρέπει να απευθύνεται στον Εισαγγελέα Εφετών.

Εάν η ποινική διαδικασία έχει ξεκινήσει, η υπόθεση μπορεί να κλείσει πριν από την δίκη από το δικαστικό συμβούλιο που εξετάζει την πρόταση του εισαγγελέα μετά την ολοκλήρωση της ανάκρισης. Μπορείτε να ασκήσετε έφεση κατά μιας τέτοιας απόφασης (βουλεύματος), αν το έγκλημα το οποίο έχετε υποστεί είναι κακούργημα, δηλαδή τιμωρείται με ποινή φυλάκισης άνω των 5 ετών. Για να ασκήσετε έφεση πρέπει να έχετε δηλώσει τη συμμετοχή σας ως πολιτικώς ενάγοντος κατά τη διάρκεια της ανάκρισης.

Μετά τη δημοσίευση της απόφασης (του βουλεύματος) του δικαστικού συμβουλίου έχετε 10 ημέρες για την κατάθεση της έφεσης. Εάν διαμένετε στο εξωτερικό μπορείτε να καταθέσετε την έφεση μέσα σε 30 ημέρες από την παραλαβή του αντιγράφου της απόφασης. Αυτές οι προθεσμίες αναστέλλονται κατά το μήνα Αύγουστο.

Εναλλακτικά, αντί να ασκήσετε μόνοι σας έφεση, μπορείτε να ζητήσετε από τον εισαγγελέα να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης του δικαστικού συμβουλίου.

Όταν κανείς συλλαμβάνεται στα πλαίσια του αυτοφώρου (για πλημμέλημα), οδηγείται στο Αστυνομικό Τμήμα ή στην Αστυνομική Διεύθυνση για σήμανση, φωτογραφίες κλπ και εν συνεχεία, θα πρέπει το συντομότερο δυνατόν (την ίδια ή την επόμενη μέρα), να οδηγηθεί στον Εισαγγελέα ποινικής δίωξης. Μέχρι τότε παραμένει κρατούμενος στην Αστυνομία.

Ο Εισαγγελέας, αποφασίζει εάν ο συλληφθείς θα δικαστεί αμέσως από το αρμόδιο Δικαστήριο (μονομελές ή τριμελές Πλημμελειοδικείο) ή εάν θα οριστεί τακτική δικάσιμος, οπότε και αφήνεται ελεύθερος. Η δίκη θα πρέπει επίσης να γίνει άμεσα, δηλαδή είτε αυθημερόν είτε την επόμενη μέρα.
Στη Δίκη καλούνται και οι μάρτυρες προφορικά καθώς και άλλοι τυχόν συμμέτοχοι στο έγκλημα, οι οποίοι δεν συνελήφθησαν εντός των χρονικών ορίων του αυτοφώρου.

Τα βασικά δικαιώματα του κατηγορουμένου, στα αυτόφωρα Δικαστήρια, είναι τα εξής:

  1. Έχει δικαίωμα να ζητήσει από το Δικαστήριο να του ορίσει συνήγορο υπεράσπισης, σε περίπτωση που δεν έχει .
  2. Έχει δικαίωμα να ζητήσεινα αναβληθείη Δίκη του για 3 ημέρες (ως γνωστό «τριήμερο»), προκειμένου να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Το κρίσιμο σε αυτό το σημείο, είναι το τί θα αποφασίσει το Δικαστήριο, σχετικά με την κράτηση του κατηγορούμενου, εάν δηλαδή θα αφεθεί ελεύθερος για αυτές τις 3 ημέρες, ώσπου να γίνει η δίκη ή εάν θα παραμείνει κρατούμενος στα κρατητήρια της Αστυνομίας.
    Η διαδικασία αυτή αφορά σε πλημμελήματα, διότι στα κακουργήματα είναι άλλη η διαδικασία και δεν υπάρχουν αυτόφωρα Δικαστήρια για κακουργήματα. Εδώ δεν έχει νόημα να κρύβεται ο φερόμενος ως δράστης, διότι στα κακουργήματα διενεργείται πάντοτε ανάκριση, η οποία τελειώνει με την απολογία του κατηγορουμένου και εάν δεν εμφανιστεί ο κατηγορούμενος εκδίδεται ένταλμα σύλληψης. Επίσης, στα κακουργήματα, ως γνωστόν, εκδίδεται ένταλμα προσωρινής κράτησης, εφόσον υπάρχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις και εφόσον συμφωνούν ανακριτής και εισαγγελέας ή το αποφασίσει το Δικαστικό Συμβούλιο, κατόπιν διαφωνίας τους. Συνεπώς, εάν δεν θέλει κανείς να ζει ως φυγάςμε το συνεχή φόβο της σύλληψης, καλό είναι να παρουσιαστεί αυτοβούλως, με το δικηγόρο του, στον ανακριτή και να διέλθει τη νόμιμη διαδικασία.
    Να τονίσουμε επίσης, ότι δεν συλλαμβάνονται, με τη διαδικασία του αυτοφώρου τα πρόσωπα εκείνα, που έχουν ειδική μεταχείριση από το Νόμο, όπως δικηγόροι, νομάρχες, δικαστές, αρχιερείς κ.α, για πλημμέλημα, αλλά θα πρέπει, μετά την εξακρίβωση της ιδιότητας και της ταυτότητάς τους, να αφεθούν ελεύθεροι, αφού τα πλημμελήματά τους δικάζονται, σε πρώτο βαθμό, από το Εφετείο.

ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ

Στην έννοια της «ενδοοικογενειακής βίας» συμπεριλαμβάνονται οι σοβαρότερες μορφές ενδοοικογενειακών σωματικών κακώσεων. Έτσι προσλαμβάνουν τον χαρακτήρα ιδιώνυμου εγκλήματος σωματικών ενδοοικογενειακών κακώσεων, όταν δράστες και παθόντες είναι μέλη της ίδιας οικογένειας, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 1 παρ. 2 του ως άνω νομοθετήματος. Ιδιαίτερη και πλέον αυξημένη προστασία παρέχεται στην έγκυο, στο ανήλικο μέλος της οικογένειας, αλλά και σε κάθε άλλο μέλος της, το οποίο για οποιονδήποτε λόγο αδυνατεί να αντισταθεί στην ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη που τελείται σε βάρος του. Αξίζει στο σημείο αυτό να τονισθεί, ότι όλες οι μορφές της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης διώκονται αυτεπαγγέλτως.

Στην ίδια ως άνω έννοια ανήκει και η ενδοοικογενειακή απειλή, η ενδοοικογενειακή προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας, ο συζυγικός βιασμός.

Εάν είστε θύμα ενδοοικογενειακής βίας, αντί να οδηγηθείτε σε δίκη, η υπόθεση σας μπορεί να ολοκληρωθεί με διαμεσολάβηση (συμβιβασμό) ανάμεσα σε εσάς και το δράστη. Κατά τη διάρκεια της διερεύνησης, μπορεί ο εισαγγελέας να σας καλέσει για να συμβιβαστείτε με το φερόμενο ως δράστη. Το ότι δέχεστε μια τέτοια πρόσκληση από τον εισαγγελέα σημαίνει ότι ο φερόμενος ως δράστης έχει ήδη συμφωνήσει να συμβιβαστεί και έχει δεσμευτεί ότι θα απέχει από παρόμοιες συμπεριφορές στο μέλλον, θα μείνει μακριά από την κατοικία σας για ένα εύλογο χρονικό διάστημα, εάν αυτό απαιτείται, θα παρακολουθήσει ένα συμβουλευτικό ή θεραπευτικό πρόγραμμα και θα σας αποζημιώσει για τις ζημίες που προκλήθηκαν.

Έχετε τη δυνατότητα να μη συμφωνήσετε με την προτεινόμενη διαμεσολάβηση. Σε αυτή την περίπτωση, θα συνεχιστεί η ποινική διαδικασία. Εάν συμφωνήσετε να συμβιβαστείτε με τον δράστη, η ποινική διαδικασία θα σταματήσει για τρία χρόνια. Κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου, εάν ο δράστης δεν παραβεί την υπόσχεσή του, η υπόθεση θα κλείσει. Σε διαφορετική περίπτωση, θα συνεχιστεί σαν να μην είχε γίνει ποτέ διαμεσολάβηση.

Μόνο στα πλημμελήματα ενδοοικογενειακής βίας θεσπίζεται ο θεσμός της ποινικής διαμεσολαβήσεως και όχι στα κακουργήματα, ενώ η διαδικασία αυτή δεν εφαρμόζεται αν ο φερόμενος ως δράστης της πράξεως της ενδοοικογενειακής βίας είναι επίτροπος, δικαστικός συμπαραστάτης ή ανάδοχος γονέας του ανήλικου παθόντα.

Αφετηρία της διαδικασίας ποινικής διαμεσολαβήσεως είναι είτε η έναρξη της προκαταρκτικής εξετάσεως, μετά από έγκληση του παθόντα ή καταγγελία τρίτου, είτε η κίνηση της διαδικασίας του αυτοφώρου.

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ

Κατ’ αρχάς, ο φορολογούμενος, προκειμένου να προσβάλλει πράξεις που εκδίδονται από την Φορολογική Διοίκηση σε βάρος του, πρέπει να καταθέσει ενδικοφανή προσφυγή ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (Δ.Ε.Δ.) της Γ.Γ.Δ.Ε.. Η προσφυγή κατατίθεται στην αρμόδια Φορολογική Αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη. Προσφυγές που αφορούν πράξεις κληρονομιών, δωρεών και γονικών παροχών ασκούνται απευθείας στα Διοικητικά Δικαστήρια  μέχρι 1/1/2015 (ΠΟΛ 1069/4-3-2014).

Θα πρέπει , επίσης, να τονιστεί  ότι οποιαδήποτε προσφυγή, κατά πράξης της Φορολογικής Διοίκησης, κατατεθεί απευθείας στα Διοικητικά Δικαστήρια θα κριθεί απαράδεκτη εάν δεν έχει προηγηθεί η κατάθεσή της στην Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών.

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ

Η προσφυγή υποβάλλεται εντός 30 ημερών από την κοινοποίηση της πράξης της Φορολογικής Αρχής στον υπόχρεο. Βασική προϋπόθεση είναι η καταβολή του 50% του αμφισβητούμενου ποσού της πράξης. Μπορεί, όμως , ο υπόχρεος να καταθέσει αίτημα αναστολής της καταβολής αυτού του ποσού το οποίο κατατίθεται ταυτόχρονα με την προσφυγή. Επισημαίνεται ότι στην προσφυγή πρέπει να συμπεριλαμβάνονται οπωσδήποτε τα στοιχεία επικοινωνίας με τον αιτούντα (διεύθυνση, e-mail) καθώς και τα στοιχεία του αντικλήτου.

Ο υπόχρεος, ταυτόχρονα με το αίτημά του, υποβάλλει στην αρμόδια  Φορολογική Αρχή και ηλεκτρονικό φάκελο σε μαγνητική μορφή στον οποίο περιλαμβάνονται :

  • Η υποβληθείσα ενδικοφανής προσφυγή ,
  • Η αίτηση αναστολής ,
  • Τα έγγραφα και δικαιολογητικά που επικαλείται συνοδευόμενα από υπεύθυνη δήλωση με την οποία θα δηλώνεται το ακριβές του περιεχομένου των στοιχείων του ηλεκτρονικού φακέλου.

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ

Η αρμόδια φορολογική αρχή στην οποία υποβάλλεται η ενδικοφανής προσφυγή, υποχρεούται να τη διαβιβάσει στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών εντός 7 ημερών από την κατάθεσή της. Ταυτόχρονα με τη διαβίβαση του φακέλου του υποχρέου, αποστέλλεται και φάκελος της φορολογικής αρχής με αιτιολογημένες απόψεις επί των ισχυρισμών που προβάλλει ο υπόχρεος. Ο φάκελος αποστέλλεται  ηλεκτρονικά και περιέχει  σε ψηφιακή μορφ :

  1. Το διαβιβαστικό έγγραφο του φυσικού φακέλου της υπόθεσης προς την Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών,
  2. την ενδικοφανή προσφυγή,
  3. την αίτηση αναστολής στην περίπτωση υποβολής της,
  4. τα έγγραφα που προσκόμισε ο υπόχρεος σε μαγνητική μορφή,
  5. τις εκθέσεις ελέγχου,
  6. τις προσβαλλόμενες πράξεις,
  7. τις απόψεις της φορολογικής αρχής
  8. κατάσταση – πίνακα των προσβαλλομένων πράξεων που περιλαμβάνει :
    • τον αριθμό και την ημερομηνία της πράξης,
    • την ημερομηνία κοινοποίησης της πράξης,
    • το είδος του φόρου,
    • την διαχειριστική ή φορολογική περίοδο,
    • την διαφορά φορολογητέας βάσης,
    • το ποσό της διαφοράς φόρου,
    • το ποσό πρόσθετου φόρου ή των τόκων μετά την 1/1/2014
    • το ποσό του προστίμου του άρθρου 58 Κ.Φ.Δ. καθώς και τα ποσά των λοιπών προστίμων.

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΞΕΤΑΣΗΣ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ

Με την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής ο υπόχρεος καταβάλλει , όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, το 50% του αμφισβητούμενου ποσού. Έχει όμως την δυνατότητα να ζητήσει να ανασταλεί η καταβολή του ποσού αυτού υποβάλλοντας αίτημα αναστολής ταυτόχρονα με την προσφυγή. Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών δύναται να αναστείλει την πληρωμή του ποσοστού αυτού μόνο στην περίπτωση κατά την οποία κρίνεται ότι αυτή θα είχε ως συνέπεια την ανεπανόρθωτη βλάβη για τον υπόχρεο. Η αναστολή αυτή, εφ’ όσον χορηγηθεί, ισχύει μέχρι την έκδοση της απόφασης επί της προσφυγής.

Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών, προκειμένου να εκτιμήσει την ανεπανόρθωτη βλάβη του υποχρέου, λαμβάνει υπόψη της  (σύμφωνα με την ΠΟΛ 1002/2-1-2014) τα εξής :

  • Για φυσικό πρόσωπο: δηλώνεται το παγκόσμιο εισόδημα από κάθε πηγή για τα 2 προηγούμενα έτη καθώς και η περιουσιακή κατάσταση του/της συζύγου και των ανήλικων τέκνων κατά το χρόνο κατάθεσης της αναστολής.
  • Για νομικό πρόσωπο: δηλώνεται το παγκόσμιο εισόδημα κάθε πηγής για τα 2 προηγούμενα έτη καθώς και η περιουσιακή κατάσταση των νομικών προσώπων στα οποία συμμετέχει ο αιτών.

Η απόφαση επί του αιτήματος αναστολής εκδίδεται εντός 20 ημερών από την υποβολή της αίτησης στη φορολογική αρχή , διαφορετικά θεωρείται ότι η αίτηση αναστολής έχει απορριφθεί.

ΕΚΔΟΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ

Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών εκδίδει την απόφασή της εντός 60 ημερών  από την υποβολή της προσφυγής η οποία κοινοποιείται στον υπόχρεο και στην αρμόδια Φορολογική Αρχή.

Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες προκύψουν νέα στοιχεία, μετά την άσκηση της προσφυγής, καλούνται ο υπόχρεος και η Φορολογική Αρχή να εκθέσουν τις απόψεις τους  χωρίς όμως να διακόπτεται η 60ήμερη προθεσμία για την έκδοση της απόφασης επί της προσφυγής.

Με την πάροδο των 60 ημερών (ή των 120 για προσφυγές έως 28/2/2014) και την μη έκδοση απόφασης θεωρείται ότι η προσφυγή έχει απορριφθεί σιωπηρά.

Τέλος θα πρέπει να τονίσουμε ότι παρ’ όλο που ο υπόχρεος έχει τη δυνατότητα να προσφύγει στα Διοικητικά Δικαστήρια σε περίπτωση απόρριψης της προσφυγής του από την Δ.Ε.Δ., δεν έχει το ίδιο δικαίωμα η Φορολογική Αρχή, η οποία υποχρεούται να συμμορφωθεί με την εκδοθείσα απόφαση.

 ΑΣΚΗΣΗ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ ΣΤΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ

Ο υπόχρεος υποβάλλει προσφυγή στο αρμόδιο Διοικητικό Δικαστήριο εντός 30 ημερών, από την κοινοποίηση της απόφασης της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών ή την σιωπηρή απόρριψη της ενδικοφανούς προσφυγής λόγω παρόδου της προθεσμίας για την έκδοση της σχετικής απόφασης. Σημαντικό είναι να αναφέρουμε ότι με επιμέλεια του υπόχρεου, απαιτείται η επίδοση επικυρωμένου αντιγράφου του δικογράφου της προσφυγής με δικαστικό επιμελητή στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών  εντός 20 ημερών από τη λήξη της προθεσμίας για την άσκηση της προσφυγής. Προσοχή γιατί αν δεν γίνει η επίδοση αυτή , το Διοικητικό Δικαστήριο θα απορρίψει ως απαράδεκτη την σχετική προσφυγή (παρ. 1, άρθρο 126 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας). Αν η επίδοση αυτή γίνει εκ παραδρομής στην Φορολογική Αρχή , το Δικαστήριο θα απορρίψει και πάλι την προσφυγή και είναι λογικό καθώς ο διάδικος του υποχρέου είναι πλέον η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (ΠΟΛ 1069/4-3-2014) .

ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΠΟΣΩΝ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΗΝ ΕΝΔΙΚΟΦΑΝΗ ΠΡΟΣΦΥΓΗ

Με την έκδοση της απόφασης της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών και εφ΄ όσον ο υπόχρεος δεν προσφύγει στα Διοικητικά Δικαστήρια συντάσσεται πρακτικό αποδοχής της αμφισβητούμενης διαφοράς και καταβάλλεται το 1/5 αυτής, το δε υπόλοιπο καταβάλλεται εφάπαξ έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επομένου, από την υπογραφή του πρακτικού, μήνα (Δ12 1017827 ΕΞ 24.1.2014). Το 1/5 δεν καταβάλλεται όταν σαν ποσό είναι μικρότερο ή ίσο με το ήδη καταβληθέν 50% της αμφισβητούμενης διαφοράς. Για να γίνουν τα παραπάνω πιο κατανοητά, παραθέτουμε τα ακόλουθα παραδείγματα:

  1. Καταβολή 50% του αμφισβητούμενου ποσού (δεν έχει ζητηθεί ή δεν έχει εγκριθεί η αναστολή καταβολής του).
    • Συνολικό ποσό πράξης :   20.000
    • Καταβλημένο ποσό (50%) λόγω άσκησης ενδικ. προσφυγής : 10.000
    • Συνολικό ποσό απόφασης Δ.Ε.Δ. : 20.000

Βεβαιώνεται η διαφορά (20.000 – 10.000) = 10.000 και δεν καταβάλλεται το 1/5 του βεβαιωμένου ποσού καθώς 10.000 Χ 1/5 = 2.000 < 10.000 (το 50% της διαφοράς που αρχικά καταβλήθηκε για να συζητηθεί η προσφυγή στη Δ.Ε.Δ)

  1. Βεβαίωση της αμφισβητούμενης διαφοράς χωρίς προηγούμενη καταβολή του 50% του ποσού.
    • Συνολικό ποσό πράξης : 20.000
    • Καταβεβλημένο ποσό 50% : 0,00
    • Συνολικό ποσό απόφασης Δ.Ε.Δ. : 20.000

Μετά την απόφαση βεβαιώνεται το αρχικά βεβαιωθέν ποσό των 20.000 και καταβάλλεται το 1/5 αυτού (20.000 Χ 1/5) = 4.000

Αυτό που μπορούμε να συμπεράνουμε είναι ότι πλέον συντομεύεται δραστικά η έκδοση μιας πρώτης απόφασης για μία φορολογική διαφορά (60 ημέρες ) σε σχέση με το παρελθόν και σε περίπτωση έκδοσης απορριπτικής απόφασης από τη Δ.Ε.Δ., η υποχρέωση καταβολής του καταλογισθέντος ποσού   είναι σχεδόν άμεση,  ακολουθούμενη από όλα τα πρόστιμα και  τις νόμιμες προσαυξήσεις που προβλέπονται στον ν. 4174/2013 (Κ.Φ.Δ.).

ΑΛΛΟΔΑΠΟΙ

Α. ΑΔΕΙΑ ΔΙΑΜΟΝΗΣ ΓΙΑ ΕΡΓΑΣΙΑ
Άδεια διαμονής για εργασία, που περιλαμβάνει τους κατωτέρω τύπους αδειών διαμονής:
1. Εξαρτημένη εργασία ή παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών ή έργου
2. Εποχιακή εργασία
3. Στελέχη εταιριών
4. Προσωρινή μετακίνηση για παροχή υπηρεσίας
5. Αθλητές – προπονητές
6. Μέλη καλλιτεχνικών συγκροτημάτων
7. Πνευματικοί δημιουργοί
8. Μέλη ξένων αρχαιολογικών σχολών

Β. ΑΔΕΙΑ ΔΙΑΜΟΝΗΣ ΓΙΑ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ
Άδεια διαμονής για ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα, που περιλαμβάνει τους κατωτέρω τύπους αδειών διαμονής:
1. Ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα
2. Ανάπτυξη επενδυτικής δραστηριότητας

Γ. ΑΔΕΙΑ ΔΙΑΜΟΝΗΣ ΓΙΑ ΕΙΔΙΚΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ
Άδεια διαμονής για ειδικούς λόγους, που περιλαμβάνει τους κατωτέρω τύπους αδειών διαμονής:
1. Σπουδές
2. Επαγγελματική κατάρτιση
3. Υπότροφοι – Ειδικά προγράμματα
4. Σπουδές σε στρατιωτικές σχολές
5. Απόκτηση ιατρικής ειδικότητας
6. Οικονομικά ανεξάρτητα άτομα
7. Ενήλικα τέκνα διπλωματικών υπαλλήλων
8. Υπηρετικό προσωπικό διπλωματικών αποστολών
9. Ανταποκριτές ξένου τύπου
10. Λειτουργοί γνωστών θρησκειών
11. Αθωνιάδα σχολή
12. Σπουδή, γνωριμία και άσκηση του μοναχικού βίου
13. Αρχηγοί οργανωμένων ομάδων τουρισμού
14. Ερευνητές

Δ. ΑΔΕΙΑ ΔΙΑΜΟΝΗΣ ΓΙΑ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ
Άδεια διαμονής για εξαιρετικούς λόγους, που περιλαμβάνει τους κατωτέρω τύπους αδειών διαμονής:
1. Ανθρωπιστικοί
2. Δημόσιο συμφέρον
3. Θύματα εμπορίας ανθρώπων

Ε. ΑΔΕΙΑ ΔΙΑΜΟΝΗΣ ΓΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΕΠΑΝΕΝΩΣΗ
Άδεια διαμονής για οικογενειακή επανένωση, που περιλαμβάνει τους κατωτέρω τύπους αδειών διαμονής:
1. Μέλη οικογένειας υπηκόου τρίτης χώρας
2. Αυτοτελής άδεια διαμονής μελών οικογένειας υπηκόου τρίτης χώρας
3. Μέλη οικογένειας Έλληνα ή πολίτη Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΣΤ. ΑΔΕΙΑ ΔΙΑΜΟΝΗΣ ΑΟΡΙΣΤΗΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ

Ζ. ΑΔΕΙΑ ΔΙΑΜΟΝΗΣ ΕΠΙ ΜΑΚΡΟΝ ΔΙΑΜΕΝΟΝΤΟΣ

ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ

Οι Ανεξάρτητες Αρχές αποτελούν διοικητικές υπηρεσίες, οι οποίες έχουν τα εξής κύρια χαρακτηριστικά:

Αποτελούν κρατικά όργανα, που εκφεύγουν όμως  του ιεραρχικού ελέγχου ή της εποπτείας της κεντρικής διοίκησης και  υπόκεινται μόνο σε δικαστικό έλεγχο νομιμότητας. Έτσι, δεν υπέχουν υποχρέωση υπακοής έναντι των οργάνων της εκτελεστικής λειτουργίας.

Τα μέλη τους διαθέτουν προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία αντίστοιχη με αυτή των δικαστών. Προσωπική ανεξαρτησία σημαίνει ότι δεν λαμβάνουν εντολές και δεσμεύονται από το νόμο, ενώ λειτουργική ότι τα άλλα όργανα του κράτους, ιδίως η εκτελεστική λειτουργία δεν μπορούν να παρέμβουν στον τρόπο με τον οποίο ασκούν τα καθήκοντά τους.

Διαθέτουν ευρείες αποφασιστικές αρμοδιότητες (ιδίως κανονιστικές και κυρωτικές) με αντικείμενο τη ρύθμιση ζωτικών και ευαίσθητων τομέων της πολιτικής, οικονομικής και γενικά κοινωνικής ζωής. Επιπλέον, οι αποφάσεις τους λειτουργούν δεσμευτικά για τα υπόλοιπα κρατικά όργανα.

Με το άρθρο 101Α του Συντάγματος κατοχυρώθηκε η προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των μελών των Ανεξάρτητων Αρχών και η διαδικασία εκλογής των μελών τους. Ωστόσο η πρόβλεψη αυτή αναφέρεται μόνο στις πέντε συνταγματικά κατοχυρωμένες Ανεξάρτητες Αρχές οι οποίες αναγνωρίστηκαν με την αναθεώρηση του 2001.

Οι αρχές αυτές είναι:

α) η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων

β) το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ)

γ) η Αρχή Προστασίας του Απορρήτου των Τηλεπικοινωνιών (άρθρο 19 § 2 Σ),

δ) Το  Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ)

ε) ο Συνήγορος του Πολίτη. Ο Συνήγορος του Πολίτη ασκεί και τα καθήκοντα του Συνηγόρου του Παιδιού και του Συνηγόρου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και έχει ορισθεί φορέας παρακολούθησης της εφαρμογής της Αρχής της Ίσης Μεταχείρισης

Περαιτέρω, υπάρχουν οι μη συνταγματικά κατοχυρωμένες Ανεξάρτητες Αρχές, οι οποίες είναι οι εξής:

 

  1. Επιτροπή (Προστασίας) Ανταγωνισμού
    2. Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων
    3. Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ)
    4. Εθνική Αναλογιστική Αρχή
    5. Επιτροπή Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων (ΕΕΕΠ)
    6. Συνήγορος του Καταναλωτή
    7. Εθνική Αρχή Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής
    8. Εθνικό Συμβούλιο Δημόσιας Υγείας (ΕΣΥΔΥ)
    9. Αρχή Διασφάλισης και Πιστοποίησης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση (ΑΔΙΠ)(αρ.10 του Ν.3374/2005 & αρ.64 του Ν.4009/2011)
    10. Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης (Ν.3691/2008)
    11. Επιτροπή Διερεύνησης Ατυχημάτων και Ασφάλειας Πτήσεων (Ν. 2912/2001)
    12. Ελληνική Στατιστική Αρχή (ν. 3832/2010)
    13. Σώμα Φορολογικών Διαιτητών (ΣΦΔ) (αρ. 31 του Ν.3943/2011)
    14. Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων και Κεντρικού Ηλεκτρονικού Μητρώου Δημοσίων Συμβάσεων(Ν.4013/2011)

ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΝΑΨΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ – Ν.3886/2010

Άρθρο 1: «1. Οι διαφορές που αναφύονται κατά τη διαδικασία που προηγείται της σύναψης συμβάσεων δημοσίων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου, εφόσον η σύμβαση εμπίπτει στο Πεδίο εφαρμογής των Οδηγιών 2004/17/ΕΚ (L 134) και 2004/18/ΕΚ (L 134) ή στις διατάξεις, με τις οποίες οι εν λόγω Οδηγίες μεταφέρονται στην εσωτερική έννομη τάξη.
2. Στον παρόντα νόμο υπάγονται και οι διαφορές που προκύπτουν από τις διαδικασίες ανάθεσης συμφωνιών-πλαισίων, συμβάσεων παραχώρησης δημοσίων έργων και δυναμικών συστημάτων αγορών.
Άρθρο 2: «Κάθε ενδιαφερόμενος, ο οποίος έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί συγκεκριμένη σύμβαση του νόµου αυτού και έχει υποστεί ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από παράβαση της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή της εσωτερικής νομοθεσίας, δικαιούται να ζητήσει, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στα επόμενα άρθρα, προσωρινή δικαστική προστασία, ακύρωση της παράνομης πράξης της αναθέτουσας αρχής ή της υπογραφείσας σύμβασης και επιδίκαση αποζημίωσης.

Αρθρο 3: «1. Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση όλων των διαφορών του νόμου αυτού είναι το Διοικητικό Εφετείο της έδρας της αναθέτουσας αρχής, με τριμελή σύνθεση, το οποίο αποφαίνεται αμετακλήτως. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος νόµου, για την εκδίκαση των διαφορών αυτών εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του π.δ. 18/1989 (ΦΕΚ 8 Α΄).
 2. Αιτήσεις προσωρινής προστασίας του νόμου αυτού εκδικάζονται από τον 
Πρόεδρο Εφετών του οικείου Διοικητικού Εφετείου ή από τον Εφέτη που αυτός ορίζει. Σε περίπτωση ιδιαίτερης σπουδαιότητας της υπόθεσης, ο ανωτέρω Πρόεδρος ή Εφέτης μπορεί να εισάγουν την αίτηση σε τριμελές συμβούλιο του δικαστηρίου, στο οποίο προεδρεύει ο Πρόεδρος Εφετών και μετέχει ο Εφέτης Εισηγητής.
3. Κατ` εξαίρεση των διατάξεων των δύο προηγούμενων παραγράφων, διαφορές του νόµου αυτού που αφορούν συμβάσεις παραχώρησης δημοσίων έργων ή υπηρεσιών, συμβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρµογής της Οδηγίας 2004/17/Ε Κ ή συμβάσεις με προϋπολογισμό μεγαλύτερο των δεκαπέντε εκατομμυρίων (15.000.000) ευρώ, περιλαμβανομένου του ΦΠΑ, εκδικάζονται από το Συµβούλιο της Επικρατείας.
4. Οι διαφορές του άρθρου 9 εξακολουθούν να εκδικάζονται από τα δικαστήρια που είναι αρμόδια κατά τις γενικές διατάξεις.
Άρθρο 4: «1. Πριν υποβάλει την αίτηση ασφαλιστικών µέτρων, ο ενδιαφερόμενος οφείλει, μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών αφότου έλαβε πλήρη γνώση της παράνομης πράξης ή παράλειψης, να ασκήσει Προδικαστική προσφυγή ενώπιον της αναθέτουσας αρχής, προσδιορίζοντας ειδικώς τις νομικές και πραγματικές αιτιάσεις που δικαιολογούν το αίτημά του. Ως πλήρης νοείται η γνώση της πράξης που βλάπτει τα συμφέροντά του και της αιτιολογίας της. Η πράξη, καθώς και κάθε στοιχείο της αιτιολογίας της, μπορεί να αποστέλλεται στον ενδιαφερόμενο με τηλεομοιοτυπία ή ηλεκτρονικό µέσο. Ειδικώς η απόφαση ανάθεσης της σύμβασης περιλαμβάνει τα στοιχεία της παρ. 2 του άρθρου 40 του π.δ. 59/2007 (ΦΕΚ 63 Α) ή, κατά περίπτωση, της παρ. 2 του άρθρου 35 του π.δ. 60/2007 (ΦΕΚ 64 Α) και αναφέρει τις προθεσμίες αναστολής σύναψης της σύμβασης, όπως προκύπτουν από την παρ. 2 του άρθρου 5 του παρόντος.
 2. Η Προδικαστική προσφυγή κοινοποιείται με φροντίδα του προσφεύγοντος στον εκπρόσωπο ή τον αντίκλητο κάθε θιγόμενου από τυχόν ολική ή µερική παραδοχή της προδικαστικής προσφυγής. Η παράλειψη της κοινοποίησης αυτής δεν επάγεται απαράδεκτο της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων σε περίπτωση απόρριψης της προδικαστικής προσφυγής.
 
 3. Δεν επιτρέπεται η άσκηση προδικαστικής προσφυγής κατά πράξης, η οποία δέχεται εν όλω ή εν μέρει προσφυγή άλλου προσώπου.
 4. Η αναθέτουσα αρχή οφείλει να αποφανθεί αιτιολογημένα, μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την άσκηση της προδικαστικής προσφυγής και, αν την κρίνει βάσιμη, λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία, τεκμαίρεται η απόρριψη της προδικαστικής 
προσφυγής. Η αναθέτουσα αρχή μπορεί πάντως να δεχθεί εν όλω ή εν μέρει την προδικαστική προσφυγή και μετά την πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας, έως την προτεραία της συζήτησης της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, στην περίπτωση δε αυτή καταργείται αντιστοίχως η δίκη επί της εν λόγω αίτησης κατά το μέρος για το οποίο έγινε αποδεκτή η προδικαστική προσφυγή του αιτούντος. Η αρχή δύναται επίσης να παραθέσει αρχική ή συμπληρωματική αιτιολογία για την απόρριψη της προδικαστικής προσφυγής, η οποία πρέπει να περιέλθει στο δικαστήριο το αργότερο έξι (6) ημέρες πριν από την, αρχική ή μετ` αναβολή, δικάσιμο της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων. Η καθυστερημένη περιέλευση του σχετικού εγγράφου δεν υποχρεώνει το δικαστήριο σε αναβολή."
5. Το δικαστήριο, σταθµίζοντας τις συντρέχουσες σε κάθε περίπτωση συνθήκες και εφόσον κρίνει ότι η παράλειψη αιτιολόγησης ή η καθυστερηµένη αιτιολόγηση της απόρριψης της προδικαστικής προσφυγής καθιστά ιδιαιτέρως δυσχερή την ουσιαστική παροχή έννομης προστασίας, μπορεί, µε την απόφαση επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, ναεπιβάλλει αυτεπαγγέλτως χρηματική κύρωση στην αρχή.
 Το ποσό της κύρωσης αυτής δεν μπορεί να είναι μικρότερο από πεντακόσια (500) ευρώ ούτε μεγαλύτερο από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ και καταβάλλεται μία φορά για κάθε στάδιο του διαγωνισμού στον αιτούντα, του οποίου η αίτηση εκδικάζεται πρώτη.
6. Σε διαφορές διεπόμενες από τον παρόντα νόμο δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας ή εσωτερικών κανονισμών που προβλέπουν την άσκηση διοικητικών προσφυγών κατά εκτελεστών πράξεων ή παραλείψεων της διαδικασίας διεξαγωγής δημόσιων διαγωνισμών.
Αρθρο 5: «1. Η Αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατατίθεται στο Αρμόδιο δικαστήριο μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από τη ρητή ή σιωπηρή απόρριψη της προδικαστικής προσφυγής και δεν επιτρέπεται να περιέχει αιτιάσεις διαφορετικές από τις αιτιάσεις της προδικαστικής προσφυγής. «Για την άσκηση της αιτήσεως αυτής κατατίθεται παράβολο το ύψος του οποίου ανέρχεται σε ποσοστό 1% της προϋπολογισθείσας αξίας, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α.. «Το 1/3 του ποσού του παραβόλου καταβάλλεται κατά την κατάθεση της αιτήσεως, το 1/3 μέχρι την πρώτη συζήτηση και αν η αίτηση απορριφθεί ο αιτών καταδικάζεται στην καταβολή του υπολοίπου 1/3 με την απόφαση του δικαστηρίου.» «2. Η προθεσμία για την άσκηση της προδικαστικής προσφυγής, η άσκηση αυτής, καθώς και η προθεσμία και η άσκηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων κωλύουν τη σύναψη της σύμβασης, εκτός εάν με την προσωρινή διαταγή ο αρμόδιος δικαστής αποφανθεί διαφορετικά. Εφόσον ασκηθεί αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ο αιτών ειδοποιεί σχετικά την αναθέτουσα αρχή με κάθε πρόσφορο μέσο, όπως τα ηλεκτρονικά και η τηλεομοιοτυπία, μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την άσκηση της αιτήσεως. Εντός δέκα (10) ημερών από τη λήξη της ανωτέρω προθεσμίας, η αναθέτουσα αρχή οφείλει, εφόσον έχει ειδοποιηθεί κατά τα ανωτέρω, να αποστείλει στο δικαστήριο με κάθε πρόσφορο μέσο το διοικητικό φάκελο και τις απόψεις της. Σε περίπτωση μη αποστολής φακέλου από την αναθέτουσα, το δικαστήριο μπορεί να συνάγει τεκμήριο ομολογίας της αναθέτουσας αρχής για την πραγματική βάση των ισχυρισμών του αιτούντος. Το ίδιο τεκμήριο μπορεί να θεωρηθεί ότι συντρέχει, όταν έχουν αποσταλεί ορισμένα στοιχεία από την αναθέτουσα αρχή, όμως το δικαστήριο κρίνει ότι είναι ελλιπή και δεν επαρκούν για την πιθανολόγηση του βάσιμου των προβαλλόμενων αιτιάσεων. Κατά τα λοιπά, η άσκηση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων δεν κωλύει την πρόοδο της διαγωνιστικής διαδικασίας, εκτός αν ορίζεται άλλως με την προσωρινή διαταγή που εκδίδεται κατά την παράγραφο 4.»  3. Ο αρμόδιος δικαστής ορίζει με πράξη του την ημέρα και ώρα εκδίκασης της αιτήσεως, καθώς και την προθεσμία κλήτευσης. Η ημερομηνία εκδίκασης δεν πρέπει να απέχει πέραν των τριάντα (30) ημερών από την κατάθεση της αιτήσεως, η δε προθεσμία κλήτευσης δεν μπορεί να είναι μικρότερη από δεκαπέντε (15) ημέρες. Αντίγραφο της αιτήσεως με κλήση κοινοποιείται µε τη φροντίδα του αιτούντος προς την υπηρεσία που είναι αρμόδια για την παραλαβή των προσφορών, η οποία οφείλει να ενημερώνει σχετικά και την αναθέτουσα αρχή, εάν υπηρεσία και αρχή δεν συμπίπτουν, και προς κάθε τρίτο ενδιαφερόμενο του οποίου την κλήτευση θεωρεί αναγκαία ο δικαστής. Κάθε ενδιαφερόμενος, του οποίου επηρεάζονται τα συμφέροντα, δικαιούται να ασκήσει παρέμβαση. Οι διάδικοι οφείλουν να προσκοµίσουν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης όλα τα κρίσιμα έγγραφα και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που έχουν στη διάθεσή τους. 4. Ο αρμόδιος δικαστής μπορεί, με την κατάθεση της αιτήσεως και μετά κλήση της αναθέτουσας αρχής προ τριών (3) ημερών, να εκδώσει, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήσεως, προσωρινή διαταγή, που καταχωρίζεται κάτω από την αίτηση και περιέχει τα μέτρα, τα οποία πρέπει να ληφθούν ως την έκδοση της απόφασης. Στα μέτρα αυτά περιλαμβάνεται και η άρση της απαγόρευσης σύναψης της σύμβασης. Λόγο άρσης της απαγόρευσης αυτής συνιστά το προδήλως απαράδεκτο ή το προδήλως αβάσιμο της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, περί του οποίου αρκεί απλή μνεία. Η προσωρινή διαταγή μπορεί να ανακληθεί είτε από το δικαστή που τη χορήγησε, ύστερα από αίτηση της αναθέτουσας αρχής και αφού κληθεί προς ακρόαση ο αιτών προ τριών (3) ημερών, είτε από το δικαστήριο που θα δικάσει την Αίτηση ασφαλιστικών μέτρων. 5. Η Αίτηση ασφαλιστικών μέτρων γίνεται δεκτή, εφόσον πιθανολογείται σοβαρά η παράβαση κανόνα του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του εσωτερικού δικαίου και η λήψη του μέτρου είναι αναγκαία για να αρθούν τα δυσμενή από την παράβαση αποτελέσµατα ή να αποτραπεί η ζημία των συμφερόντων του αιτούντος. Η αίτηση όμως μπορεί να απορριφθεί αν, από τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και επιτακτικών λόγων γενικού δημοσίου συμφέροντος, κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την παραδοχή θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος. Η απόρριψη της αίτησης για οποιονδήποτε λόγο δεν θίγει άλλα δικαιώματα του αιτούντος. 6. Το δικαστήριο διατάζει τα κατάλληλα ασφαλιστικά μέτρα, χωρίς να δεσμεύεται από τις προτάσεις των διαδίκων. Διατάζει ιδίως την αναστολή ισχύος όρων της διακήρυξης, των τευχών δημοπράτησης και οποιουδήποτε άλλου εγγράφου σχετικού µε τη διεξαγωγή του διαγωνισμού, την αναστολή εκτέλεσης οποιασδήποτε πράξης της αναθέτουσας αρχής, την απαγόρευση νοµικών ή υλικών ενεργειών, την εκτέλεση των απαραίτητων θετικών πράξεων, όπως η διατήρηση εγγράφων και άλλων στοιχείων, καθώς και την αναστολή σύναψης της σύμβασης. Η απόφαση επί της αιτήσεως ασφαλιστικών µέτρων εκδίδεται µέσα σε προθεσµία είκοσι (20) ημερών από την εκδίκαση της αίτησης.»Το διατακτικό των αποφάσεων αυτών, υπογραφόμενο από τον Πρόεδρο, τα μέλη και τον Γραμματέα, εκδίδεται υποχρεωτικά σε προθεσμία επτά (7) ημερών από την εκδίκαση της αίτησης ή, αν έχει χορηγηθεί προθεσμία στους διαδίκους για τη νομιμοποίηση τους ή για την υποβολή υπομνήματος, από τη λήξη της προθεσμίας αυτής. Η προθεσμία προς τους διαδίκους δεν μπορεί, πάντως, να υπερβαίνει τις τρεις (3) ημέρες από την εκδίκαση.» 7. Η άσκηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων δεν εξαρτάται από την προηγούμενη άσκηση του κύριου ένδικου βοηθήματος. Η προθεσμία άσκησης των ένδικων βοηθημάτων διακόπτεται µε την κατάθεση της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων και αρχίζει από την επίδοση της σχετικής απόφασης. Ο διάδικος που πέτυχε υπέρ αυτού τη λήψη ενός ασφαλιστικού μέτρου, οφείλει μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της απόφασης αυτής, να ασκήσει το κύριο ένδικο βοήθηµα, διαφορετικά αίρεται αυτοδικαίως η ισχύς του ασφαλιστικού μέτρου. Η δικάσιµος για την εκδίκασή του δεν πρέπει να απέχει πέραν του τριμήνου από την κατάθεση του δικογράφου.  8. Εφόσον η Αίτηση ασφαλιστικών μέτρων γίνει δεκτή, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να συμμορφωθεί προς το διατακτικό ή και το εν γένει περιεχόμενο της απόφασης και να ανακαλέσει ή να τροποποιήσει κατάλληλα τη διοικητική πράξη που προκάλεσε τη διαφορά ή, επί παράλειψης, να εκδώσει την οφειλόμενη ρητή πράξη. Στην περίπτωση αυτή, για το κύριο ένδικο βοήθημα που ασκήθηκε, εφαρμόζεται αναλόγως η παρ. 2 του άρθρου 32 του π.δ. 18/1989.